Μαρία Ξυλούρη στο ethnos.gr: «Η κακοποίηση δεν αφήνει πάντα μελανιές, συχνά κρύβεται σε ύπουλες, δυσδιάκριτες μορφές»
Με αφορμή το νέο της βιβλίο «Υφάντρα», η Μαρία Ξυλούρη μιλά στο ethnos.gr για τους κόσμους που χτίζουμε και για εκείνους που μας χτίζουν🕛 χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά ┋

«Οι υφάντρες ξέρουν να υφαίνουν κόσμους, όχι όμως πάντα να ζουν μέσα σε αυτούς». Σε αυτό το οριακό, σχεδόν υπνωτικό σύμπαν κινείται η «Υφάντρα» (εκδ. Μεταίχμιο) της Μαρίας Ξυλούρη, ένα έργο που αντλεί από τη λαϊκή παράδοση και τους μύθους για να αφηγηθεί μια ιστορία βαθιά γυναικεία, σκοτεινή και ταυτόχρονα λυτρωτική. Ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, η σχεδόν αμίλητη Μπιάνκα και η μυστηριώδης Επισκέπτρια μοιάζουν να κρατούν τα νήματα της μοίρας, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε σαν να υπακούν σε μια αρχέγονη, αόρατη δύναμη.
Με φόντο έναν ακαθόριστο τόπο και χρόνο, που ενισχύει το κλίμα του μαγικού ρεαλισμού, η συγγραφέας και μεταφράστια επιστρέφει με μια νουβέλα, όπου στο επίκεντρο βρίσκεται η βία, η απώλεια, η επιβίωση, αλλά και η δύναμη που γεννιέται μέσα από τη ρωγμή. Η υφάντρα της δεν είναι μόνο δημιουργός, αλλά μάρτυρας, θεραπεύτρια, μητέρα, σώμα και ψυχή που δοκιμάζονται. Με αφορμή το νέο της βιβλίο, η Μαρία Ξυλούρη μιλά στο ethnos.gr για τους κόσμους που χτίζουμε και για εκείνους που μας χτίζουν, για τις ιστορίες των γυναικών που περνούν από γενιά σε γενιά, αλλά και για τα όρια ανάμεσα στη συγχώρεση και τη δικαίωση.
Τι θέλατε να πείτε μέσα από την ιστορία της Μπιάνκα για τις γυναίκες που μένουν σε κακοποιητικές σχέσεις; Θεωρείτε ότι έχουν αλλάξει ουσιαστικά τα πράγματα σήμερα;
Δεν ξεκινώ να γράφω επειδή έχω ένα συγκεκριμένο θέμα να αναπτύξω, επειδή «θέλω να πω» – σε αυτή την περίπτωση μάλλον θα έγραφα δοκίμιο. Θα έλεγα ότι γράφω επειδή «θέλω να δω». Εχω μια ιδέα, μια εικόνα, μια φράση ή μια χειρονομία, κι εξερευνώ ποια ιστορία μπορεί να υπάρχει εκεί και τι ερωτήματα γεννά. Έχω πάψει να πιστεύω ότι θα μπορούσα, τάχα, να βρω και τις οριστικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.
Η Μπιάνκα γεννήθηκε σε άλλο κείμενο ως η ανώνυμη γιαγιά ενός ήρωα, και απέκτησε όνομα και βιογραφία όταν προσπάθησα να διερευνήσω το οικογενειακό παρελθόν του εγγονού της. Οι αδρές γραμμές της ιστορίας της (ο βίαιος σύζυγος, η φυγή της, η άρνηση της γιαγιάς της να τη βοηθήσει) είναι παρμένες από μια ιστορία που μου αφηγήθηκαν, την ιστορία μιας υφάντρας. Και επειδή η Μπιάνκα ήταν εξαρχής κι αυτή υφάντρα, πήρα αυτά τα στοιχεία για δικά της.
Φυσικά τέτοια πράγματα κάθε άλλο παρά ασυνήθιστα είναι, ακόμα και σήμερα. Φοβάμαι μάλιστα ότι, επειδή εξακολουθούν να μη συζητιούνται εύκολα, είναι πολύ πιο συνηθισμένα από όσο νομίζουμε ή ελπίζουμε. Πόσο μάλλον που η κακοποίηση συχνά δεν αφήνει μελανιές, μπορεί να πάρει πιο ύπουλες και δυσδιάκριτες μορφές.
Το γιατί μένει η Μπιάνκα όσο μένει είναι νομίζω ξεκάθαρο στο βιβλίο και είναι, εσκεμμένα, μια ερώτηση που δεν της γίνεται όταν βρίσκει τελικά καταφύγιο. Βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους που την πιστεύουν και δεν προσπαθούν να τη φορτώσουν με βάρη που δεν της αναλογούν. Με εκπλήσσει δυσάρεστα ωστόσο το ότι, ενώ ήδη μου έχουν κάνει αρκετές φορές την ερώτηση αυτή για την Μπιάνκα, αυτό το «Γιατί μένει;», κανένας δεν με έχει ρωτήσει, «Κι αυτός ο Άλντο γιατί τα κάνει όλα αυτά; Γιατί δεν την αφήνει;». Λες και η Μπιάνκα κοπανιέται μονάχη της σαν τον ήρωα του Fight Club.
Η απόφαση της Μπιάνκα να φύγει είναι μια πράξη ελευθερίας ή επιβίωσης;
Είναι μια ενστικτώδης, σχεδόν σπασμωδική, κίνηση, τόσο, που θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν είναι καν απόφαση. Σκεφτόμουν ένα παγιδευμένο ζώο που κάποια στιγμή απελπισμένο βγάζει νύχια και καταφέρνει, όπως όπως, να ξεφύγει. Η Μπιάνκα μάλλον δεν μπορεί καν να σκεφτεί τη λέξη ελευθερία, είναι τελείως έξω από αυτά που την έμαθαν, από αυτά που ξέρει για τον εαυτό της. Ακόμα και ένα όποιο άλλο μέλλον της φαίνεται αδιανόητο.
Η βοήθεια του κυρίου Τέιλορ παρουσιάζεται ως σωτηρία. Είναι όμως πραγματικά ανιδιοτελής ή όλα έχουν ένα τίμημα;
Ο Τέιλορ ούτε άγιος είναι ούτε σωτήρας, και η βοήθειά του επί της ουσίας δεν του κοστίζει τίποτα. Έχω όμως την εντύπωση ότι η καλοσύνη και η ανιδιοτέλεια κρίνονται όταν δεν έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε καλοί και ανιδιοτελείς. Σημασία βέβαια έχει ότι η Μπιάνκα τον αντιμετωπίζει ως σωτήρα. Τις πράξεις του τις διαβάζει διαφορετικά από τον ίδιο, για εκείνη έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα. Αυτή είναι μια ιδέα που με απασχολεί εδώ και χρόνια, κάτι που για εσένα είναι ασήμαντο, μια απλή χειρονομία που δεν την πολυσκέφτηκες, για κάποιον άλλον μπορεί να έχει ένα βάρος που εσύ ούτε να το διανοηθείς μπορείς.
Ο Τέιλορ φαινομενικά δεν ζητά αντάλλαγμα, όμως στο εξής έχει στη δούλεψή του μια γυναίκα που αισθάνεται ότι του χρωστάει τη ζωή της. Η Μπιάνκα, θεωρητικά, θα μπορούσε να φύγει ξανά και να προσπαθήσει να φτιάξει μια άλλη ζωή (κάτι που ο ίδιος ο Τέιλορ έχει κάνει για τον εαυτό του. Βέβαια εκείνος έχει το προνόμιο, λόγω του πλούτου του κυρίως, να μπορεί να το κάνει χωρίς δυσκολία). Αντιθέτως, μένει εκεί να τον υπηρετεί και, αν κάτι είναι ξεκάθαρο μέσα σε όλη την περιπλοκότητα της μεταξύ τους σχέσης, είναι η ευγνωμοσύνη της, που την κινητοποιεί να προσπαθήσει να σώσει τη γυναίκα του Τέιλορ.

Η ιστορία πιάνει το κομμάτι της συγχώρεσης. Τελικά πιστεύετε ότι η συγχώρεση λυτρώνει ή διαιωνίζει τον κύκλο της βίας;
Δεν θυμάμαι από ποιαν άκουσα και πότε το «Η συγχώρεση είναι του Θεού, κι εγώ Θεός δεν είμαι». Σκεφτόμουν, γράφοντας, αυτό που συχνά λέμε σε τέτοιες καταστάσεις, αυτό το «Συγχώρεσέ τον για να πας παρακάτω» και ότι το λέμε χωρίς πάντα να εξετάζουμε αν ο άλλος έχει κατανοήσει την επίπτωση των πράξεών του, αν έχει αναλάβει την ευθύνη τους, αν έχει κάνει οποιοδήποτε βήμα προς αυτή τη συγχώρεση. Ίσως επειδή αναγνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει τέτοια προοπτική. Αν όμως όντως δεν υπάρχει, γιατί τότε επιμένουμε ότι υπάρχει προοπτική συγχώρεσης; Έχει νόημα η συγχώρεση χωρίς λογοδοσία; Έχει νόημα να συγχωρήσεις κάποιον που δεν δέχεται καν ότι κάτι κακό σου έκανε, που αντιθέτως κατηγορεί εσένα για το κακό που σου έκανε;
Μια από τις καλοσύνες που γίνονται στην Μπιάνκα είναι ότι, όταν πλέον έχει ανθρώπους γύρω της που τη βοηθούν, κανένας τους δεν της ζητά να συγχωρήσει τον Άλντο. Ο οποίος, βεβαίως, δεν εμφανίζεται μετανιωμένος, και μέχρι τέλους αρνείται να αναγνωρίσει την πλευρά της. Δεν ζητάει καν συγγνώμη, έστω και υποκριτικά, για να σωθεί. Ας επιτραπεί, λοιπόν, στην Μπιάνκα –στην κάθε Μπιάνκα– να αποφασίσει η ίδια αν θέλει και αν μπορεί να συγχωρήσει.
Μέσα από τον κύκλο των γυναικών (μητέρα, γιαγιά, κόρη), τι θέλατε να πείτε για το πώς μεταδίδεται η μοίρα από γενιά σε γενιά;
Στο βιβλίο οι μητέρες κληροδοτούν στις κόρες τους τη θρησκεία τους, τον τρόπο τους να διαβάζουν τα πράγματα, με άλλα λόγια, και να επιζούν, όπως μπορούν. (Θα μπορούσε βέβαια κανείς να πει ότι ουσιαστικά αυτό που κληροδοτούν είναι το τραύμα τους). Το ζήτημα της μοίρας είναι βασικό στην «Υφάντρα», όπως και σε όλο τον αφηγηματικό κύκλο που αυτή ανοίγει, αν υπάρχει ή αν τη χρησιμοποιούμε, όπως αντίστοιχα χρησιμοποιούμε τη θρησκεία, τη λογοτεχνία κ.λπ., για να εξηγήσουμε το ανεξήγητο, να δώσουμε στο χάος του κόσμου μια κατανοητή και υποφερτή μορφή, να παρηγορηθούμε για την αδικία, το κακό και τον θάνατο? και, μερικές φορές, να αποποιηθούμε τη δική μας ευθύνη για όλα αυτά.
Στο τέλος, η Μπιάνκα κερδίζει πραγματικά τη ζωή της ή απλώς αλλάζει μορφή η φυλακή της;
Η Μπιάνκα δεν ελευθερώνεται, επιζεί. Κι αυτή η επιβίωση είναι, ασφαλώς, μια νίκη – πόσο μάλλον για μια γυναίκα που ποτέ δεν μπόρεσε να φανταστεί κάτι περισσότερο για τον εαυτό της –, πλην όμως πύρρεια.
Μέσα από τα «Πέτρινα πλοία», το προηγούμενο βιβλίο σας, τι θέλατε να πείτε για τη σχέση των ζωντανών με τους νεκρούς;
Με την απόσταση των χρόνων που με χωρίζουν από αυτές τις ιστορίες θα έλεγα ότι κυρίως διερευνούσα πώς ζούμε με τον θάνατο, πώς τον διασχίζουμε και πώς μας διασχίζει. Σκεφτόμουν τον αρνητικό χώρο στη ζωγραφική, το διάστημα ανάμεσα στις μορφές που αν και μοιάζει άδειο, δεν είναι κενό νοήματος, και μπορεί να κρίνει το αποτέλεσμα. Η απουσία ενός ανθρώπου από μια οικογένεια, για παράδειγμα, μπορεί να είναι ένας τέτοιος αρνητικός χώρος γύρω από τον οποίο χτίζονται οι σχέσεις ή ανοίγουν τα χάσματα που θα τις καταστρέψουν, κάποιων νεκρών ο ίσκιος μπορεί να σκεπάσει ακόμα και ανθρώπους που ποτέ δεν γνώρισαν.
Διαμορφωνόμαστε σε συνομιλία με τους απόντες μας, κι αυτή η συνομιλία σημαίνει για τον καθένα μας διαφορετικά πράγματα. Ηξερα, κάποτε, έναν άνθρωπο που έπαιρνε αποφάσεις για τη ζωή του με βάση αυτά που θα έκανε στη θέση του ένας φίλος του, αν ζούσε ακόμη, νομίζω ότι έτσι όχι μόνο προσπαθούσε να κρατήσει τον φίλο του κοντά του, αλλά έβαζε στο στόμα του νεκρού του τις δικές του επιθυμίες που τολμούσε να εκφράσει, την άδεια να κάνει όσα ήθελε ούτως ή άλλως να κάνει. Η συνομιλία με τον νεκρό του ήταν, στην ουσία, μια προσπάθεια να μιλήσει με τον ίδιο τον εαυτό του.
Τα διηγήματά σας μοιάζουν σαν μικρά «ταξίδια» απώλειας. Είναι τελικά το πένθος μια μορφή ταξιδιού;
Δεν ξέρω αν είναι ταξίδι το ίδιο, όσο ένα φορτίο που θέλοντας και μη κουβαλάμε στη διαδρομή μας. Μαθαίνουμε να ζούμε με αυτό. Όπως μπορούμε, όσο μπορούμε.
Ο πόλεμος στο Ιράν εισέρχεται σε μια επικίνδυνη νέα φάση - Πόσο μπορεί να αντέξει η Τεχεράνη;
Άγριες συγκρούσεις στον ΠΙΣ για τις εκλογές των γιατρών - Τελεσίγραφο Άδωνι Γεωργιάδη
Μισείτε την ψιλοκουβέντα; Ίσως στερείτε ένα τεράστιο δώρο από την υγεία σας - Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα
Συντονισμός Σούμαν: Αναφορές για έντονα όνειρα και εμβοές λόγω της αύξησης του παλμού της Γης - Τι λένε οι επιστήμονες
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



