Ο πρόεδρος του Τμήματος Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ, καθηγητής Γιώργος Στείρης, παραχωρεί μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο Έθνος, προσφέροντας μια βαθιά φιλοσοφική ματιά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η δημοκρατία στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική συγκυρία χαρακτηρίζεται από σύνθετες δυσκολίες και σημαντικές μεταβολές διεθνώς, η συζήτηση εστιάζει στην ουσία της πολιτικής μας συνύπαρξης.Τη συνέντευξη πήρε η Μαρίνα ΣκέντοΚεντρικό σημείο αναφοράς αποτελεί η έννοια της δικαιοσύνης, η οποία αναδεικνύεται σε θεμέλιο και συνεκτικό ιστό κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος. Χωρίς ισχυρούς και αξιόπιστους θεσμούς δικαιοσύνης, η δημοκρατική λειτουργία αποδιοργανώνεται. Παράλληλα, ο κ. Στείρης προσεγγίζει την αυξανόμενη αμφισβήτηση των πολιτικών προσώπων όχι ως μια στείρα ή καταστροφική στάση, αλλά ως μια δυνητικά παραγωγική αντίδραση της κοινωνίας. Η κριτική αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως κινητήριος δύναμη για την ανανέωση της πολιτικής ζωής και την επαναθεμελίωση της εμπιστοσύνης.Τέλος, η συνέντευξη φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε και ερμηνεύουμε τα πολιτικά γεγονότα. Μέσα από ένα φιλοσοφικό πρίσμα, καλούμαστε να ξεπεράσουμε την επιφανειακή ανάγνωση της επικαιρότητας και να καλλιεργήσουμε ουσιαστική, κριτική σκέψη. Μια συζήτηση-πρόσκληση σε αναστοχασμό για το μέλλον της δημοκρατίας και τη δική μας ευθύνη ως ενεργών πολιτών, σε μια πραγματικότητα που, όπως κάθε εποχή, έχει τις δικές της προκλήσεις.«Εχουμε την τάση να εξιδανικεύουμε το παρελθόν»Κάθε εποχή έχει τα δικά της δεινά και τις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει. Το ίδιο και η δική μας. Πόσο μεγάλες, όμως, είναι πραγματικά οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σήμερα ως κοινωνία; Ζούμε όντως σε μία από τις σκοτεινότερες εποχές ή πρόκειται για υπερβολή;Αν μελετήσει κανείς την ιστορία, εύκολα κατανοεί ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να εξιδανικεύουν νοσταλγικά το παρελθόν, ενώ ταυτόχρονα φοβούνται το μέλλον. Προφανώς και δεν ζούμε σε μία από τις σκοτεινότερες εποχές. Όλοι οι δείκτες ευημερίας, υλικοί και άυλοι, είναι σαφώς βελτιωμένοι σε σχέση με το παρελθόν. Προβλήματα υπάρχουν και δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν. Το ζήτημα είναι να τα διαχειριζόμαστε με όσο το δυνατόν πιο επιτυχή τρόπο.Τι είναι αυτό που κάνει μια κοινωνία επιτυχημένη και πραγματικά ελεύθερη;Το κράτος δικαίου. Όταν επικρατεί ισονομία, όταν διασφαλίζονται τα δικαιώματα, όταν υπάρχει ασφάλεια δικαίου, όταν οι θεσμοί είναι ισχυροί, μια κοινωνία έχει το απαιτούμενο υπόβαθρο για να ρυθμίσει, στο μέτρο του δυνατού, όλα τα υπόλοιπα.Από την έναρξη της κρίσης και μετά, εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, η γενικευμένη απαξίωση τόσο της ίδιας της πολιτικής όσο και των προσώπων που ασχολούνται με αυτήν έχει γιγαντωθεί και εδραιωθεί. Πρόσωπα και κυβερνήσεις αλλάζουν, η απαξίωση όμως παραμένει. Τι συμβαίνει; Πιστεύουμε πράγματι ότι είμαστε ανίσχυροι να αλλάξουμε τα πράγματα ή έχουμε βολευτεί σε μια εύκολη μοιρολατρία;Η απαξία εδράζεται κυρίως στην αδυναμία των θεσμών και στη διάψευση που νιώθει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Από την απαρχή του νεοελληνικού κράτους στηριχθήκαμε, ως πολιτική κοινωνία, σε μια σύμβαση: η ζωή των επόμενων γενεών θα είναι καλύτερη από εκείνη των προηγούμενων. Αυτή η πεποίθηση έκανε τον Έλληνα να αντέξει τις τεράστιες δυσκολίες και, ενίοτε, να θυσιαστεί. Σήμερα, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουμε μια γενιά ανθρώπων που δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς και ταυτόχρονα βλέπει τη ζωή της να είναι χειρότερη από εκείνη της προηγούμενης γενιάς. Δεν μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά τους ό,τι τους πρόσφεραν οι γονείς τους. Αυτό είναι ψυχολογικά συντριπτικό. Επίσης, η τουριστικοποίηση κατέστησε τον Έλληνα θεατή και όχι συμμέτοχο σε όσα υπάρχουν και συμβαίνουν στον τόπο του. Ζει σαν παρίας στον τόπο του και δεν έχει πια τον έλεγχο της καθημερινότητάς του.«Η συζήτηση για ηθική και πολιτική είναι αδιέξοδη»Οι θεσμοί σήμερα είναι όσο ανεξάρτητοι και ισχυροί χρειάζεται ώστε να εμπνέουν τον σεβασμό που απαιτείται για την αξιοπιστία τους; Πότε η αμφισβήτησή τους παύει να είναι γόνιμη και γίνεται επικίνδυνη;Η Ελλάδα έχει σοβαρό θεσμικό πρόβλημα, γεγονός που αποδεικνύεται και από τις αλλεπάλληλες απόπειρες αναθεώρησης του Συντάγματός μας. Αν όλα ήταν καλά με τους θεσμούς, γιατί τόσες αναθεωρήσεις; Οι οποίες, μάλιστα, είναι συνήθως ατελέσφορες. Η αμφισβήτηση των θεσμών είναι επικίνδυνη στον βαθμό που πριονίζει τα θεμέλια της δημοκρατίας. Ομοίως επικίνδυνη, όμως, είναι η διάβρωσή τους από παρεμβάσεις θεσμικών και εξωθεσμικών κέντρων, όταν αυτές μένουν ατιμώρητες.Την τελευταία δεκαετία είδαμε αφηγήματα για μια πιο δίκαιη κοινωνία να καταρρέουν και τα «ηθικά πλεονεκτήματα» συγκεκριμένου πολιτικού χώρου να περνούν στο παρελθόν. Αυτά τα ηθικά πλεονεκτήματα υπήρχαν πράγματι ή χρησιμοποιήθηκαν χωρίς πραγματική βάση; Ξεπέρασε η εποχή τα αφηγήματα ή εφαρμόστηκαν λανθασμένα;Η σχέση ηθικής και πολιτικής είναι ένα πανάρχαιο φιλοσοφικό πρόβλημα, το οποίο αφορά πλέον και την πολιτική επιστήμη. Παρότι η συζήτηση αυτή είναι θεωρητικά ενδιαφέρουσα, είναι αδιέξοδη. Δεν υπάρχει κοινός τόπος μεταξύ των ειδικών. Άρα, η συζήτηση αυτή δεν εισφέρει σχεδόν τίποτα πρακτικό στην καθημερινή πολιτική, στο πλαίσιο στο οποίο αυτή ασκείται σήμερα. Και αυτό είναι κάτι που διαπιστώνεται οικτρά συνεχώς. Θα προτιμούσα να μιλάμε για δικαιϊκό πλεονέκτημα, αλλά ποτέ κανείς δεν έθεσε το κράτος δικαίου ως βασικό πολιτικό πρόταγμα.Πώς αντιλαμβάνονται σήμερα οι Έλληνες τη δημοκρατία; Έχουμε την ικανότητα, πέρα από τις διαφορές μας, να σκεφτόμαστε συλλογικά για το κοινό καλό ως κοινωνία;Το κοινό καλό, με τον τρόπο που συνήθως το αντιλαμβανόμαστε, είναι μια ψευδοέννοια. Τι είναι καλό για όλους, δίχως εξαιρέσεις; Εκείνο που θα ήταν πιο ωφέλιμο είναι να διαλεγόμαστε για τα πολιτικά ζητήματα, να διαμορφώνονται ισχυρές πλειοψηφίες και, παράλληλα, να μεριμνούμε ώστε να μη θίγονται τα δικαιώματα των μειοψηφιών, στο πλαίσιο όσων ορίζει η εγχώρια και η διεθνής νομιμότητα. Αυτό είναι το μέγιστο που μπορούμε να πετύχουμε: μια διαβουλευτική και συναινετική δημοκρατία, εντός ισχυρού κράτους δικαίου.