Καταδίκη-ορόσημο στη Volkswagen για επιβολή συνθηκών δουλείας σε εργάτες στον Αμαζόνιο
Ένας καθολικός ιερέας ανέλαβε την επίπονη προσπάθεια συλλογής αποδεικτικών στοιχείων που οδήγησε την πολυεθνική στο δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε αποζημιώσεις στα θύματα🕛 χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Ο 57χρονος Ραϊμούντο Μπατίστα ντε Σόουζα Σόουζα μοιράστηκε τηλεφωνικά μια συγκρατημένη χαρά για την δικαστική απόφαση, αλλά περιέγραψε και μερικές από τις αναμνήσεις που τον στοιχειώνουν εδώ και τέσσερις δεκαετίες, από τότε που εργαζόταν μαζί με τα αδέλφια του στο αγρόκτημα της Volkswagen. «Ο Θεός μάς έβγαλε από εκεί, γιατί αν είχαμε μείνει, θα είχαμε πεθάνει», λέει. «Ο αδελφός μου χάθηκε στη ζούγκλα για εννέα ημέρες. Ο άλλος αδελφός μου κι εγώ περπατήσαμε τρεις ημέρες για να επιστρέψουμε σπίτι - 90 χιλιόμετρα», θυμάται.
Η βραζιλιάνικη θυγατρική της γερμανικής πολυεθνικής καταδικάστηκε πρόσφατα από δικαστήριο επειδή υπέβαλε εργάτες σε καθεστώς δουλείας σε ένα κτηνοτροφικό αγρόκτημα κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Υποχρεώθηκε να αποζημιώσει τέσσερις πρώην εργαζομένους (ανάμεσά τους τον ψαρά Σόουζα και τον αδελφό του Ραούλ) με δύο εκατομμύρια ρεάλ τον καθένα (390.000 δολάρια), επειδή τους υπέβαλε σε συνθήκες παρόμοιες με δουλεία.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη χρηματική αποζημίωση που έχει επιδικαστεί ποτέ στη Βραζιλία για υπόθεση καταναγκαστικής εργασίας, εξηγεί η Αντρέια Σιλβέριο από το Coletivo Veredas, τη συλλογικότητα δικηγόρων που εκπροσώπησε τους ενάγοντες. «Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό νομικό προηγούμενο, επειδή αναγνωρίζει ότι αυτό το έγκλημα δεν παραγράφεται», εξηγεί στην El Pais. Αυτό ανοίγει τον δρόμο για νέες αγωγές. «Το κράτος έχει καθήκον να διώκει αυτά τα εγκλήματα και να λογοδοτούν όσοι αποκόμισαν κέρδη από τη δουλεία».
Ο δικαστής εξέδωσε την απόφαση στις 11 Ιουνίου, σε δικαστήριο της Ρεντενσάο, περίπου 200 χιλιόμετρα από το αγρόκτημα της Volkswagen, όπου εκατοντάδες ημερομίσθιοι εργάτες μεταφέρθηκαν με ψεύτικες υποσχέσεις. Το ότι η υπόθεση έφτασε τελικά στη Δικαιοσύνη με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, οφείλεται στην επίπονη έρευνα του 74χρονου ιερέα Ρικάρντο Ρεζέντε και της ομάδας του από την Ποιμαντική Επιτροπή Γης της Καθολικής Εκκλησίας, οι οποίοι εργάστηκαν μέσα σε ένα εξαιρετικά εχθρικό περιβάλλον, σε μια απέραντη και βίαιη περιοχή, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας της Βραζιλίας (1964–1985).
Βία, έλεγχος και μυστηριώδεις «εξαφανίσεις»
Ο 60χρονος Ζοζέ Ριμπαμάρ Βιάνα Νούνες, ένα ακόμη θύμα που δικαιώθηκε, λέει ότι ήταν μόλις 17 ετών όταν ξεκίνησε για αυτό που έμοιαζε με μια συναρπαστική περιπέτεια. Ήθελε να γνωρίσει την πολιτεία Παρά, που τότε ήταν σχεδόν ανεξερεύνητη, να κερδίσει χρήματα και ονειρευόταν να παίξει ποδόσφαιρο σε κανονικό γήπεδο με γρασίδι. Έφυγε το 1983 μαζί με τέσσερις φίλους, έχοντας μαζί του μια μπάλα και ένα ζευγάρι ποδοσφαιρικά παπούτσια. Η Βραζιλία είχε ήδη κατακτήσει τρία από τα πέντε Παγκόσμια Κύπελλά της και η αποχώρηση του Πελέ από την ενεργό δράση ήταν ακόμη νωπή στη συλλογική μνήμη.
Ο Σόουζα αποφεύγει να περιγράψει λεπτομερώς την κόλαση που έζησε, ο πόνος είναι ακόμη πολύ μεγάλος. Κάθε θύμα, όμως, διαχειρίζεται το τραύμα με διαφορετικό τρόπο. Ο Νούνες, σήμερα αγρότης, αφηγείται με σοβαρότητα και λεπτομέρεια τη φρίκη εκείνων των μηνών από το σπίτι του στο Πόρτο Αλέγκρε ντο Νόρτε, στην πολιτεία Μάτο Γκρόσο. Θυμάται τα ονόματα των τεσσάρων φίλων με τους οποίους ταξίδεψε, τα παρατσούκλια των ένοπλων φρουρών και των «γάτων» (των μεσαζόντων που στρατολογούσαν εργάτες). Περιγράφει σκηνές ακραίας βίας. Είναι φανερό ότι έχει καταθέσει σε πολλές δίκες.
«Τα Σαββατοκύριακα, αν θέλετε, θα μπορείτε να παίζετε ποδόσφαιρο στο γήπεδο του αγροκτήματος», τους είχε πει ο άνθρωπος που τους στρατολόγησε. Ήταν ψέμα, το πρώτο από πολλά. «Το βράδυ που φτάσαμε στο αγρόκτημα της Volkswagen, ένας από τους εργάτες έπαθε κάποια κρίση. Δεν τον γνωρίζαμε. Ένας ένοπλος πυροβόλησε στα πόδια του και τον έδεσε μπροστά σε μια καλύβα. Δεν τον ξαναείδαμε ποτέ». Θυμάται επίσης άλλους βίαιους ξυλοδαρμούς, εξαφανίσεις και θανάτους από ελονοσία. «Πολλοί άνθρωποι εξαφανίζονταν τότε, δεν ήταν εύκολη εποχή».

Πώς τους εγκλώβιζαν μέσω του χρέους
Πριν ακόμη περάσουν κάτω από την πινακίδα με το λογότυπο της Volkswagen στην είσοδο του αγροκτήματος, είχαν ήδη παγιδευτεί σε ένα σύστημα γνωστό ως δουλεία μέσω χρέους. Χρωστούσαν τα έξοδα του ταξιδιού. Στο παντοπωλείο του αγροκτήματος άνοιγαν έναν λογαριασμό στο όνομα κάθε εργάτη. Υποχρεώνονταν να αγοράζουν τρόφιμα, μουσαμάδες για τις καλύβες τους και τα εργαλεία που χρειάζονταν για να αποψιλώσουν τη ζούγκλα και να δημιουργήσουν βοσκοτόπια, όλα σε εξωφρενικές τιμές.
Έτσι το χρέος τους μεγάλωνε συνεχώς, θυμάται ο Σόουζα. Ανακάλυψαν την παγίδα όταν ολοκλήρωσαν την πρώτη έκταση που τους είχε ανατεθεί. «Πήγαμε να πληρωθούμε και μας είπαν: "Δεν υπάρχει υπόλοιπο. Πρέπει να καθαρίσετε άλλα 20 στρέμματα." Το κάναμε. Και πάλι το ίδιο: "Δεν υπάρχει υπόλοιπο." Είχαμε ήδη καθαρίσει 40 στρέμματα και ζητούσαν άλλα 20. Και το χρέος συνέχιζε να μεγαλώνει», εξηγεί. «Ήμασταν απλώς παιδιά».
Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες. Δούλευαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, ζούσαν σε πρόχειρες καλύβες, ανάμεσα σε φίδια και δηλητηριώδεις αράχνες, σύμφωνα με τη δικηγόρο Σιλβέριο. Η απειλή της τιμωρίας ήταν διαρκής. Υπό τη συνεχή επιτήρηση ενόπλων, η απόδραση ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη. Γι' αυτό ο Νούνες και οι σύντροφοί του αναγκάστηκαν να επιστρατεύσουν κάθε τους ευρηματικότητα. Επειδή τρεις από αυτούς έπρεπε να παρουσιαστούν για τη στρατιωτική τους θητεία, κατάφεραν να πείσουν τους δεσμώτες τους να τους αφήσουν να φύγουν. Δεν ήταν εύκολο, αλλά τελικά επέστρεψαν στα σπίτια τους. Οι ένοπλοι δεν ήθελαν να προκαλέσουν τον στρατό.
Κατά καιρούς, η Ποιμαντική Επιτροπή Γης και τα εργατικά συνδικάτα λάμβαναν καταγγελίες για κακοποιήσεις και για ανθρώπους που «εξαφανίζονταν» στο αγρόκτημα της Volkswagen, όμως ελάχιστα ήταν γνωστά με βεβαιότητα. Όταν ο πατέρας Ρεζέντε έμαθε ότι μια ομάδα είχε καταφέρει να αποδράσει, πήρε το πρώτο αεροπλάνο και πήγε να καταγράψει τις μαρτυρίες τους. Αργότερα δόθηκε συνέντευξη Τύπου στην Εθνική Διάσκεψη των Επισκόπων στην Μπραζίλια, ομάδα βουλευτών επισκέφθηκε το αγρόκτημα και συνέταξε έκθεση, εντοπίστηκαν περισσότερα θύματα και μάρτυρες και συγκεντρώθηκαν αποδεικτικά στοιχεία.
Τι δουλειά είχε η Volkswagen σε αγροκτήματα;
Τι έκανε όμως η Volkswagen εκτρέφοντας βοοειδή στον Αμαζόνιο; Οι στρατηγοί της Βραζιλίας, φοβούμενοι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εισβάλουν στον Αμαζόνιο στο όνομα της καταπολέμησης του κομμουνισμού, ξεκίνησαν ένα πρόγραμμα αποικισμού της περιοχής, με στόχο την «εξημέρωση» της ζούγκλας στο όνομα της ανάπτυξης. Ο στρατός έπεισε μεγάλες εταιρείες να συμμετάσχουν στην εθνική αυτή προσπάθεια, προσφέροντάς τους φορολογικές απαλλαγές.
Έτσι η γερμανική πολυεθνική κατέληξε να γίνει ο βασικός μέτοχος ενός τεράστιου κτηνοτροφικού αγροκτήματος στη Σαντάνα ντε Αραγουάια, στην πολιτεία Παρά, ελαφρώς μεγαλύτερου σε έκταση από την πόλη της Νέας Υόρκης. Για να δημιουργηθούν βοσκοτόπια, έπρεπε να αποψιλωθεί το δάσος - και αυτό απαιτούσε εργατικά χέρια. Ερωτηθείσα για την πρόσφατη καταδίκη, η εταιρεία απάντησε με ανακοίνωση: «Η Volkswagen do Brasil δεν σχολιάζει εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις [...] Με ιστορία 73 ετών, καταδικάζει κάθε μορφή καταναγκαστικής, εξευτελιστικής ή δουλοκτητικής εργασίας και επαναλαμβάνει τη διαχρονική δέσμευσή της για την προώθηση ενός αξιοπρεπούς, ηθικού και υπεύθυνου εργασιακού περιβάλλοντος».
Ο πατέρας Ρεζέντε δηλώνει από το Ρίο ντε Τζανέιρο ότι η υπομονή ήταν καθοριστική. «Χρειάστηκε ιστορική υπομονή, αλλά και επιμονή. Όταν αγωνίζεσαι για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ξέρεις ότι πρόκειται για έναν αγώνα ζωής».

Τι διαδραματίστηκε στη δίκη
Η δουλεία μέσω χρέους μπορεί να ακούγεται αναχρονιστική, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει - όπως και η καταναγκαστική εργασία. Το 2025 οι βραζιλιάνικες αρχές διέσωσαν περισσότερα από 2.700 θύματα, τα δύο τρίτα των οποίων βρίσκονταν σε αστικές περιοχές. Η lista suja («μαύρη λίστα»), το επίσημο μητρώο επιχειρήσεων και εργοδοτών που έχουν υποβάλει εργαζομένους σε συνθήκες παρόμοιες με δουλεία, περιλαμβάνει 169 ονόματα. Πριν από έναν χρόνο, ο πατέρας Ρεζέντε και όσοι συμμετείχαν στον αγώνα αυτό πέτυχαν μία ακόμη σημαντική νίκη σε συλλογική αστική αγωγή για την ίδια υπόθεση. Η γερμανική πολυεθνική υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση ύψους 165 εκατομμυρίων ρεάλ (32 εκατομμύρια δολάρια). Η εταιρεία άσκησε έφεση.
Ο ιερέας εκφράζει τη λύπη του επειδή η «Volks», όπως αποκαλούν χαϊδευτικά την εταιρεία, αρνούνταν διαρκώς να διαπραγματευτεί έναν συμβιβασμό, καθώς «τα χρόνια περνούν και οι άνθρωποι πεθαίνουν». Μετά από χρόνια εργασίας στον Αμαζόνιο, στράφηκε στην ακαδημαϊκή κοινότητα και σήμερα συντονίζει ερευνητική ομάδα για τη σύγχρονη δουλεία στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Τονίζει ότι «η αποζημίωση δεν θεραπεύει τον πόνο, αλλά δίνει την ελπίδα ότι οι εταιρείες δεν θα διαπράξουν ξανά τέτοια εγκλήματα». Θα ήθελε επίσης να λογοδοτήσουν και φυσικά πρόσωπα, όπως ο τότε διευθυντής Φρίντριχ-Γκέοργκ Μπρούγκερ, που σήμερα ζει στην Ελβετία. «Δεν θέλω να φυλακιστεί, θέλω να αναγνωρίσει το κακό που προκάλεσε και να ζητήσει συγγνώμη».
Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Volkswagen υποστήριξε ότι δεν προσέλαβε απευθείας τους ημερομίσθιους εργάτες. «Πώς είναι δυνατόν να μη γνώριζε πώς μεταχειρίζονταν τους εργαζομένους της; Γιατί δεν προσπάθησε να το μάθει;» διερωτάται η δικηγόρος Τζαμίλα Περέιρα ντε Καρβάλιο από την Ποιμαντική Επιτροπή Γης. «Είναι ευθύνη κάθε εταιρείας», προσθέτει. Ο δικαστής απέρριψε την προσπάθεια της εταιρείας να κρυφτεί πίσω από το σύστημα των υπεργολαβιών.
Και άλλες μεγάλες εταιρείες διέθεταν παρόμοια αγροκτήματα στον Αμαζόνιο, όμως η υπόθεση της Volkswagen είναι η καλύτερα τεκμηριωμένη, παρά τις δυσκολίες που δημιουργεί η τεράστια έκταση της περιοχής, όπου κυριαρχούν μεγάλοι γαιοκτήμονες και τοπικοί ισχυροί παράγοντες. Στη δικτατορική Βραζιλία, η αστυνομία, τα δικαστήρια και γενικότερα οι δημόσιες αρχές ήταν αδύναμες ή αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία. Οι πιο ευάλωτοι στρέφονταν στην Καθολική Εκκλησία, η οποία, επηρεασμένη από τη Θεολογία της Απελευθέρωσης, υπερασπιζόταν ενεργά τα ανθρώπινα δικαιώματα, το δικαίωμα στη γη και την αξιοπρεπή εργασία. Για το στρατιωτικό καθεστώς, οι ιερείς που κατέγραφαν καταγγελίες και ευαισθητοποιούσαν τους φτωχούς θεωρούνταν επικίνδυνοι κομμουνιστές.
Επιφυλάξεις για το μέλλον
Ο πατέρας Ρεζέντε επισημαίνει ότι, με επαρκή χρηματοδότηση, θα μπορούσαν να διερευνηθούν και άλλες παρόμοιες υποθέσεις. Η δικηγόρος Καρβάλιο τονίζει ότι οι συγκρούσεις για τη γη συνεχίζονται. Η αγροτοβιομηχανία επεκτείνεται όλο και βαθύτερα στον Αμαζόνιο. «Έρχεται η σόγια και μαζί της το δηλητήριο. Θέλουν να αγοράζουν ολοένα και περισσότερη γη».
Για τα δύο θύματα που μίλησαν, η δικαστική απόφαση προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Σόουζα δηλώνει: «Είμαι χαρούμενος, αν και δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα συνέβησαν. Ελπίζω όλα να τελειώσουν ειρηνικά». Ο Νούνες ελπίζει ότι οι προσπάθειές του να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη αυτής της φρίκης δεν θα έχουν πάει χαμένες. «Αν στο τέλος αποδοθεί δικαιοσύνη και όλα εξελιχθούν θετικά (αναφερόμενος στις εφέσεις), θα είναι μια μεγάλη νίκη. Αν όμως περάσαμε σαράντα χρόνια καταθέτοντας και τελικά δεν αλλάξει τίποτα, τότε θα είναι πραγματικά τραγικό, έτσι δεν είναι;».
Σε πύρινο κλοιό η Ευρώπη: Καταρρέουν οι υποδομές από τον ιστορικό καύσωνα - «Φωτιά» στις τιμές του ρεύματος
Τρόμος από συμμορίες ανηλίκων στο Περιστέρι: Κυκλοφορούν με μαχαίρια και σιδερογροθιές
Ακραίο: Ανήσυχοι οι επιστήμονες μετά από δύο διαδοχικές πυρκαγιές στη Γροιλανδία
Μεγάλη διαρροή στη Meta: Άφησε εκτεθειμένες μέχρι και τις ιδιωτικές συνομιλίες των υπαλλήλων της
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



