Ενώ η Γαλλία θωρακίζεται ενόψει του νέου γέρου διαδηλώσεων το ερχόμενο Σαββατοκύριακο, οι διαδοχικές κινητοποιήσεις σε μια σειρά νευραλγικών χωρών της Ευρώπης υποδηλώνουν πως η Γηραιά Ήπειρος έχει φτάσει πλέον στο «σημείο βρασμού».Πέραν των αιτιολογικών αναλύσεων για τις διαδοχικές μαζικές κινητοποιήσεις και τις εκτιμήσεις για την εξέλιξή τους, εκδηλώνεται και ένα σχετικά πρωτοφανές φαινόμενο - το οποίο συγκεκριμένα στη Γαλλία αποκτά ακόμα πιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η πρακτορολογία.424641_1Παρότι η πρακτορολογία σε περιόδους εκτεταμένης κοινωνικής αναταραχής είναι η πιο αγαπημένη γεύση κρατικής καραμέλας, καθώς επιτρέπει στους ηγέτες να πετάξουν την μπάλα στην εξέδρα από το να αναμετρηθούν με το βάρος των ευθυνών τους, την χρεοκοπία τους και τη λαϊκή οργή, στην Ευρώπη του «ρωσικού υβριδικού πολέμου» αυτή διέπεται από επιπλέον σημασία.Το αξιοσημείωτο όμως είναι - παρότι ο Αλβανός πρωθυπουργός, Έντι Ράμα, εμμέσως πλην σαφώς έσπευσε να κλείσει το μάτι προς αυτή την κατεύθυνση - πως, στη Γαλλία, η πρακτορολογία διεξάγεται σε δύο διαφορετικούς άξονες. Δύο άξονες που δεν έχουν στόχο να αποπροσανατολίσουν, να εξασφαλίσουν πρόσθετο κυβερνητικό χρόνο ή να συσπειρώσουν εκλογικές βάσεις - τουναντίον, είναι προεκτάσεις της εγχώριας πολιτικής διαπάλης. Αφενός η Αριστερά, αφετέρου οι μουσουλμάνοι (και κατ' επέκταση οι μετανάστες).Το «scarecrow» της ΑριστεράςΟ Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, στο διάγγελμα του μίλησε ευθέως για βίαια επεισόδια με ευθύνη της ακροαριστεράς. Αυτή δεν είναι κάποια μεμονωμένη εκτίμηση του Μακρόν ή της RE - είναι επιχείρημα που γρήγορα υιοθετήθηκε τόσο από πολιτικές δυνάμεις, όσο και στον δημόσιο διάλογο. Έχει υιοθετηθεί ακόμη και από Έλληνες πολιτικούς, με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα τον υπουργό Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη.Βέβαια, αυτή είναι μια πρακτορολογία που εύκολα απομυθοποιείται. Η Γαλλία οδεύει σε προεδρικές εκλογές, με τον Ζαν-Λικ Μελανσόν και την LFI να διαμορφώνεται σταδιακά - βάσει δημοσκοπήσεων - στον κατεξοχήν πολιτικό αντίπαλο της ακροδεξιάς Μαρί Λεπέν. Ωστόσο, η δεύτερη θέση εξακολουθεί να βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ο κεντρώος πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ «παραβγαίνει» δημοσκοπικά τον Μελανσόν σχεδόν σε όλες τις έως τώρα μετρήσεις. Με μικρή πλην ευκαταφρόνητη διαφορά ακολουθεί ο σοσιαλδημοκράτης Ραφαέλ Γκλικσμάν.Το Κέντρο μπορεί να αρέσκεται να παρουσιάζεται ως συγκαταβατικός διαμεσολαβητής, ως μια προσωποποίηση του «μην τσακώνεστε, να είστε αγαπημένοι» ή ως μια συγκεκριμένη, υλική μορφή του Ιστορικού Συμβιβασμού. Στην πράξη όμως, δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί με ευνοϊκό για το ίδιο όρους με μια πολιτική δύναμη τόσο σαφή που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης για τις προθέσεις της και την τοποθέτησή της - την ακροδεξιά.Και δεν μπορεί, γιατί θα αποκαλυφθεί το γεγονός ότι - παρά τους βερμπαλισμούς, τις ίσες αποστάσεις, ακόμα και τον ηθικό πανικό όταν ενισχύεται η ακροδεξιά -, με καθαρά οικονομικούς και πολιτικούς όρους, ταυτίζεται με αυτήν πολύ περισσότερο απ' όσο παραδέχεται (στους ψηφοφόρους του). Επομένως, αναγκαστικά, θα καταφύγει στις πολιτικές επιθέσεις προς την έτερη μη συγκεχυμένη πολιτική δύναμη. Την Αριστερά.Σύμφωνα με έρευνα του Ipsos για τις προεδρικές εκλογές του 2027, ο Μελανσόν φτάνει το 41% στους ψηφοφόρους κάτω των 25 ετών, ενώ μια διαφορετική μέτρηση της OpinionWay έδινε στον Μελανσόν 49% στους νέους 18-24 ετών. Παράλληλα, σύμφωνα με έρευνα του γαλλικού ιδρύματος Fondapol, η Ανυπότακτη Γαλλία (LFI) έχει ιδιαίτερα ισχυρή απήχηση στους μουσουλμάνους ψηφοφόρους και στους Γάλλους που έχουν τουλάχιστον έναν γονέα γεννημένο εκτός Ευρώπης. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν δύο κομβικά στοιχεία:Το 72% των μουσουλμάνων που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι είχε ψηφίσει στο παρελθόν την LFI, έναντι 23% του συνολικού δείγματος.Το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των Γάλλων με τουλάχιστον έναν γονέα γεννημένο εκτός Ευρώπης ήταν 68%.Η απήχηση της LFI στους μετανάστες έγκειται ακριβώς στην έμφαση που δίνει σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, μισθών, στέγασης, διακρίσεων κοκ, με την Αριστερά να προσπαθεί παραδοσιακά να κινητοποιήσει νεότερους ψηφοφόρους και κατοίκους φτωχότερων, πολυπολιτισμικών προαστίων.Η νεολαία και οι μετανάστες είναι ένας καίριος πυλώνας του γαλλικού εκλογικού σώματος. Ο άλλος, φυσικά, είναι η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Εκεί, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του Ipsos, η Λεπέν συγκεντρώνει 58% στους εργάτες και 43% στους υπαλλήλους.Τα ποσοστά αυτά δεν σημαίνουν φυσικά ότι ολόκληρη η εργατική τάξη έχει στραφεί προς την ακροδεξιά - δείχνουν, ωστόσο, ότι έχει αποκτήσει πλέον ισχυρή βάση σε κοινωνικές ομάδες που παλαιότερα αποτελούσαν σημαντικό τμήμα της εκλογικής δύναμης της Αριστεράς, ή ακόμη και του Κέντρου. Χαρακτηριστικά, μελέτη του Fondapol για την εκλογική κοινωνιολογία της Εθνικής Συσπείρωσης (RN) καταγράφει τη διεύρυνση της απήχησής της πέρα από τον παραδοσιακό της πυρήνα - προς ψηφοφόρους που προηγουμένως επέλεγαν τη μετριοπαθή Δεξιά ή άλλα κόμματα.Εν ολίγοις, αυτό που παρατηρούμε είναι κάτι πολύ γνώριμο και στα καθ' ημάς. Περίπου. Μια μάχη, δηλαδή, για τη δεύτερη θέση αντί της πρωτιάς.Το «scarecrow» των μουσουλμάνωνΗ ξενοφοβία εν γένει και η ισλαμοφοβία εν προκειμένω, ο αντιμεταναστευτισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας που βάζουν στον ρόλο του «μπαμπούλα» τους μετανάστες δεν είναι άγνωστα προς την Ευρώπη, πολλώ δε μάλλον στη Γαλλία, μιας και η θεωρία της «Μεγάλης Αντικατάστασης» (Grand Remplacement) είχε εξαρχής διατυπωθεί από Γάλλο, τον συγγραφέα Ρενό Καμί.Τα ισλαμοφοβικά αντανακλαστικά εντοπίζονται εδώ και πολλά χρόνια στη γαλλική κοινωνία, γεγονός άρρηκτα συνδεδεμένο με τον αποικισμό της Βόρειας Αφρικής. Ιστορικά έχει οδηγήσει και σε μια σειρά κτηνωδιών, όπως η σφαγή των Αλγερινών στο Παρίσι στις 17 Οκτωβρίου 1961, αλλά και ο θάνατος δύο νεαρών, του Ζιέντ Μπενα και του Μπουνά Τραορέ, σε ηλεκτρικό υποσταθμό στο Κλισί-σου-Μπουά το 2005.Παρότι η ακροδεξιά παραφιλολογία περί «μουσουλμάνων μπαχαλάκηδων» είναι επαναλαμβανόμενο φαινόμενο σε περιστατικά μαζικών διαδηλώσεων και εντάσεων, από το 2023 και τα έντονα επεισόδια που ξέσπασαν για τη δολοφονία του 17χρονου Ναέλ Μερζούκ από αστυνομικό και έπειτα, αυτό παρουσιάζει μια εκθετική ένταση και ποιοτική διαφοροποίηση.Γιατί οι εκτεταμένες διαδηλώσεις του 2023 ορίζονται ως σημείο τομής; Γιατί μόλις έναν χρόνο πριν, το 2022, ξεκίνησε το οριστικό «ξήλωμα» της Γαλλίας από τη Δυτική Αφρική, με χώρες όπως το Μαλί, η Μπουρκίνα Φάσο, ο Νίγηρας και το Τσαντ να τερματίζουν ολοκληρωτικά ως το 2025 τις στρατιωτικές συμφωνίες τους με το Παρίσι.Η απόσυρση όμως δεν περιορίζεται απλώς στα στρατεύματα, αλλά επεκτείνεται ευρύτερα γεωοικονομικά. Κοινώς, η Γαλλία δεν έχασε απλώς στρατιωτικές βάσεις. Σε ορισμένες χώρες, η υποχώρηση της πολιτικής και στρατιωτικής επιρροής της συνοδεύτηκε από δυσκολότερη πρόσβαση σε αγορές, αλλαγές στις συμβάσεις γαλλικών εταιρειών και μεγαλύτερο ανταγωνισμό από άλλες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία.Η αποχώρηση έχει ήδη επιφέρει συγκεκριμένες οικονομικές απώλειες και στρατηγικά κόστη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως εκεί οφείλονται οι δημοσιονομικοί τριγμοί της χώρας. Το ακριβές συνολικό κόστος για τη γαλλική οικονομία είναι δύσκολο να υπολογιστεί, όμως το συνολικό πλήγμα της «έξωσης» από τις ιστορικές αποικίες οικονομικά, στρατιωτικά, διπλωματικά, αλλά και ως προς το γόητρο της Δημοκρατίας, είναι αναμφίβολα υπολογίσιμο.Και ένας «μπαμπούλας» σε μια περίοδο έντονης κρίσης, κοινωνικού αναβρασμού και αμφισβήτησης, είναι ομολογουμένως... ταμάμ για damage control.Μετά την αποικιοκρατία, τι;Δύο είναι τα σημαντικά συμπεράσματα από τα αφηγήματα που επέλεξε το γαλλικό κράτος για να διαχειριστεί πολιτικά τις διαδηλώσεις:Πρώτον, η απανθρωποποίηση είναι το κατεξοχήν όπλο προτίμησης του μετααποικιοκρατικού καπιταλισμού στη διεξαγωγή της πολιτικής διαπάλης. Τα «scarecrows» της Αριστεράς και των μουσουλμάνων δεν είναι απλά ad hominem απαξιώσεις για να μη χρειαστεί ο Μακρόν να παραδεχτεί τη χρεοκοπία του. Είναι μια επαναλαμβανόμενη τακτική που παρατηρείται πλέον ολοένα και περισσότερο σε μια σειρά από κράτη, στοχεύοντας σε ένα «soft launch» της καταστολής. Δικαιολογείται δηλαδή η εγκληματική αστυνομική βία, οι ακρωτηριασμοί, ακόμα και οι θάνατοι, γιατί είναι αριστεροί, ή μετανάστες, ή μουσουλμάνοι, ή παραβατικοί - δεν είναι όμως άνθρωποι. Η αφαίρεση της ανθρώπινης υπόστασης μπορεί να κανονικοποιήσει φρικαλεότητες όχι απλώς στο «πόπολο», αλλά ακόμα και στους ίδιους τους δράστες.Δεύτερον, η συνολική και ολοκληρωτική χρεοκοπία του Κέντρου. Δεν είναι «διχασμένη» η κοινωνία, ούτε παρατηρείται κάποια ενίσχυση των «άκρων». Το καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής βαριανασαίνει. Συντηρείται με τσιρότα στο νεκροκρέβατό του για πάνω από δύο δεκαετίες - οι διαχειριστές του όμως πλέον αρχίζουν να ξεμένουν από επιθέματα. Η περίοδος χάριτος της ταξικής ανέλιξης και της μεσαίας τάξης έχει παρέλθει, με τον σαφή ταξικό διαχωρισμό μεταξύ φτωχών και πλουσίων να επανέρχεται στο προσκήνιο. Έτσι, κατ' επέκταση, επανέρχονται και οι βασικοί πολιτικοί εκφραστές - η Δεξιά και η Αριστερά.Το πολιτικό επίδικο επιστρέφει στο συγκεντρωτικό κράτος εναντίον λαϊκής κυριαρχίας, νεοφιλελευθερισμός με δόντια εναντίον κεντρικού σχεδιασμού. Και το στοίχημα για την Αριστερά είναι αν θα καταφέρει να απαγκιστρωθεί από την παρελθοντολογία και να επαναβεβαιώσει τον ιστορικό της ρόλο ως πολιτικής πρωτοπορίας του ίδιου του λαού.Έχει περάσει ένας αιώνας, ο πάγος ξανάσφιξε και ο δρόμος χορτάριασε - και ένα κίνημα που κοιτά προς τα πίσω, είναι φύσει αδύνατο να πάει μπροστά.