Ο Αλέξης Τσίπρας ζητεί ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών, προβάλλοντας την κυβερνητική του εμπειρία και νέες οικονομικές εξαγγελίες. Η εμπειρία, όμως, αποκτά αξία όταν συνοδεύεται από ουσιαστική ανάληψη ευθύνης και αποδεδειγμένη αλλαγή στον τρόπο άσκησης πολιτικής. Διαφορετικά, οι νέες υποσχέσεις επαναφέρουν ένα παλιό ερώτημα: τι εγγυάται ότι αυτή τη φορά ο λογαριασμός δεν θα διαψεύσει τις προσδοκίες;Το 2015 παραμένει η βασική δοκιμασία αξιοπιστίας του. Η κυβέρνηση Τσίπρα παρέλαβε μια χώρα ήδη εξαντλημένη από την κρίση. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ευθύνη της για μια διαπραγματευτική στρατηγική που υποτίμησε τους συσχετισμούς, τα όρια χρηματοδότησης και τις συνέπειες της αβεβαιότητας.421721_1Η επιλογή Βαρουφάκη ήταν επιλογή του πρωθυπουργού. Οι αρμοδιότητες που του ανατέθηκαν και η πολιτική που ακολουθήθηκε δεν μπορούν να αποδίδονται εκ των υστέρων αποκλειστικά στην ευθύνη ενός υπουργού. Ο πρωθυπουργός επιλέγει τους συνεργάτες του, ελέγχει την πορεία της κυβέρνησης και φέρει την τελική πολιτική ευθύνη.Η υπερεκτίμηση της δυνατότητας πίεσης στους πιστωτές, ενώ οι ελληνικές τράπεζες εξαρτώταν από την ευρωπαϊκή ρευστότητα, ήταν κυβερνητική στρατηγική. Η οικονομία και οι καταθέσεις των πολιτών εκτέθηκαν στις συνέπειές της. Το κλείσιμο των τραπεζών και οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων είχαν πραγματικές συνέπειες για επιχειρήσεις, καταθέτες και εργαζομένους. Η εξέλιξη αυτή είχε πολλαπλές αιτίες, μεταξύ των οποίων η φυγή καταθέσεων και οι περιορισμοί της έκτακτης χρηματοδότησης. Η ΕΚΤ διατήρησε τότε το ανώτατο όριο του ELA στα υφιστάμενα επίπεδα. Το πολιτικό ερώτημα παραμένει γιατί η κυβέρνηση οδήγησε τη διαπραγμάτευση σε σημείο όπου η οικονομία ήταν τόσο εκτεθειμένη.Ακολούθησε η μεγάλη ανατροπή: από την απόρριψη της πρότασης των πιστωτών στο δημοψήφισμα, στην αποδοχή ενός νέου μνημονίου. Το «όχι» δεν αποτελούσε εντολή εξόδου από το ευρώ, αλλά η απόσταση ανάμεσα στις προηγούμενες διαβεβαιώσεις και στην τελική συμφωνία δικαιολογεί τον πολιτικό χαρακτηρισμό «κωλοτούμπα». Ο πολιτικός που υποσχέθηκε να τερματίσει τη μνημονιακή πολιτική υπέγραψε και εφάρμοσε ένα ακόμη πρόγραμμα με επαχθείς όρους.Στην ίδια κυβερνητική περίοδο ιδρύθηκε το Υπερταμείο με διάρκεια 99 ετών. Παρότι μοναδικός μέτοχος παρέμεινε το Ελληνικό Δημόσιο, θεσμοθετήθηκε ένα μακροχρόνιο πλαίσιο διαχείρισης δημόσιας περιουσίας με ειδικές δεσμεύσεις και συμμετοχή των ευρωπαϊκών θεσμών στην εποπτική του αρχιτεκτονική. Πρόκειται για σημαντική πολιτική επιλογή, ιδίως για μια κυβέρνηση που είχε επενδύσει τόσο στη ρητορική της ανάκτησης κυριαρχίας.Παρότι υπήρξε σταθεροποίηση και η ολοκλήρωση του προγράμματος το 2018, και ενίσχυση ορισμένων εργαλείων κοινωνικής προστασίας, εκ παραλλήλου το φορολογικό μείγμα εξακολούθησε να στηρίζεται σε υψηλούς συντελεστές και στενή βάση, επιβαρύνοντας τη δηλωμένη εργασία και την παραγωγική δραστηριότητα. Αυτό το πρόβλημα το επισήμανε και ο ΟΟΣΑ.Με αυτό το ιστορικό πρέπει να εξεταστούν και οι σημερινές εξαγγελίες. Στα καύσιμα, η υπόσχεση για πετρέλαιο θέρμανσης στα 1,40 ευρώ και κίνησης στα 1,80 ευρώ απαιτεί τεκμηρίωση του μηχανισμού που θα εξασφαλίσει αυτές τις τιμές. Ο περιορισμός υπερβολικών περιθωρίων κέρδους χρειάζεται στοιχεία για το πραγματικό κόστος και τη λειτουργία ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η φορολόγηση προηγούμενων υπερκερδών δεν μειώνει αυτομάτως τη σημερινή τιμή στην αντλία.Ένα πλαφόν που μειώνει την τιμή κάτω από το επίπεδο που εξασφαλίζει επαρκή εφοδιασμό αυξάνει τη ζητούμενη ποσότητα, αποθαρρύνει την προσφορά και δημιουργεί κίνδυνο ελλείψεων και μαύρης αγοράς. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι προτεινόμενες τιμές μπορούν να επιτευχθούν με περιορισμό υπερβολικών περιθωρίων, χωρίς να διαταραχθεί ο εφοδιασμός. Αυτό απαιτεί στοιχεία. Ενδεχόμενη κρατική επιδότηση για την κάλυψη της διαφοράς θα συνεπαγόταν δημοσιονομικό κόστος, το οποίο επίσης θα έπρεπε να υπολογιστεί.Ανάλογη εξέταση απαιτεί η «Πατριωτική Εισφορά»: ετήσια φορολόγηση 1% της καθαρής περιουσίας του πλουσιότερου 1%. Η μεγαλύτερη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων στα δημόσια βάρη είναι θεμιτός στόχος. Το αναμενόμενο έσοδο, όμως, δεν προκύπτει απλώς πολλαπλασιάζοντας μια εκτίμηση περιουσίας επί έναν συντελεστή. Εξαρτάται από τα αφορολόγητα όρια, τις αποτιμήσεις, τις εξαιρέσεις, τους συμψηφισμούς και τις αντιδράσεις των φορολογουμένων.Επιπλέον, η περιουσία δεν ταυτίζεται με διαθέσιμο εισόδημα. Για το τμήμα της περιουσίας που πράγματι φορολογείται, συντελεστής 1% αντιστοιχεί στο μισό μιας ετήσιας απόδοσης 2%, πριν από άλλους φόρους. Εάν περιλαμβάνονται επιχειρηματικές συμμετοχές ή ακίνητα χωρίς αντίστοιχη ρευστότητα, απαιτούνται συγκεκριμένες λύσεις. Οι εξαιρέσεις, από την άλλη, περιορίζουν τα έσοδα και μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες φοροαποφυγής.Η συζήτηση για τις τραπεζικές θυρίδες ανέδειξε την ασάφεια του σχεδιασμού. Δεν τεκμηριώθηκε αυτοτελής φόρος στην κατοχή θυρίδας. Υπήρξαν δηλώσεις για καταγραφή κοσμημάτων και κατόπιν διευκρινίσεις ότι η εισφορά θα στηριζόταν στη μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία. Χρειάζονται σαφείς κανόνες για το αντικείμενο του φόρου, την αποτίμηση και τις εγγυήσεις ελέγχου. Ο τόπος φύλαξης ενός περιουσιακού στοιχείου δεν μπορεί να αποτελεί από μόνος του κριτήριο φορολόγησης.Το ίδιο ισχύει για το συνολικό πρόγραμμα: οι μόνιμες δαπάνες απαιτούν αξιόπιστη, επαναλαμβανόμενη χρηματοδότηση. Οι προβλέψεις ανάπτυξης, τα δυνητικά φορολογικά έσοδα και τα επενδυτικά κεφάλαια που επιδιώκεται να προσελκυστούν χρειάζονται χωριστή αξιολόγηση. Η εξαγγελία ενός στόχου δεν αποδεικνύει ότι έχουν εξασφαλιστεί οι πόροι του. Αυτός ο κανόνας πρέπει να εφαρμόζεται με την ίδια αυστηρότητα και στη σημερινή κυβέρνηση.Και εδώ επιστρέφουμε στην «Ιθάκη». Στο βιβλίο υπάρχουν παραδοχές λαθών, αλλά και εκτεταμένη κριτική προς τους άλλοτε συνεργάτες του. Η επισήμανση των δικών τους ανεπαρκειών δεν εξαντλεί την ευθύνη εκείνου που τους επέλεξε και ηγήθηκε της κυβέρνησης. Η ουσιαστική αυτοκριτική απαιτεί εξέταση και της ίδιας της στρατηγικής: των υποσχέσεων, των εκτιμήσεων και των κινδύνων που υποτιμήθηκαν.Δεν μπορούμε, επομένως, να θεωρούμε δεδομένο ότι ο Αλέξης Τσίπρας έμαθε από τα λάθη του επειδή κυβέρνησε. Οφείλει να το αποδείξει με τις σημερινές του προτάσεις: με τεκμηρίωση, συνεπή κοστολόγηση και ειλικρινή αναγνώριση των περιορισμών. Όσο οι μεγάλες υποσχέσεις προηγούνται των συγκεκριμένων απαντήσεων, το «Τσίπρας, μία από τα ίδια» παραμένει ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα.