Η συζήτηση για όσα μπορεί να ακολουθήσουν τις επόμενες εθνικές εκλογές έχει ήδη ανοίξει, παρότι κανείς σήμερα δεν μπορεί να γνωρίζει τους ακριβείς συσχετισμούς που θα προκύψουν από την κάλπη. Το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, η δύναμη των κομμάτων που θα κινηθούν στα δεξιά της, η επίδοση του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ, αλλά και το ποσοστό των ψήφων που θα μείνει εκτός Βουλής, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης. Σε αυτό το σκηνικό προστίθεται και το ενδεχόμενο καθόδου του Αντώνη Σαμαρά με νέο πολιτικό φορέα, εξέλιξη που θα μπορούσε να μεταβάλει αισθητά τους συσχετισμούς στον χώρο της δεξιάς και της κεντροδεξιάς.Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει μέχρι σήμερα ανακοινώσει νέο κόμμα, έχει όμως δηλώσει ότι έχει λάβει τις αποφάσεις του, ενώ η σύγκρουσή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει πλέον εξελιχθεί σε ανοιχτή πολιτική ρήξη. Στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι δεν βλέπει «κανένα απολύτως περιθώριο συνεννόησης» μαζί του. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι υπάρχει ακροατήριο στο οποίο θα μπορούσε να απευθυνθεί ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει ήδη διαμορφωθεί συγκεκριμένο εκλογικό ποσοστό. Στην τελευταία Interview το 5% δήλωσε ότι είναι «πολύ πιθανό» και το 7% «αρκετά πιθανό» να στηρίξει έναν τέτοιο σχηματισμό, ενώ η GPO είχε καταγράψει τον Ιούλιο δυνητική ψήφο 12,3%. Πρόκειται για ένδειξη εκλογικής δεξαμενής και όχι για πρόθεση ψήφου.420334_1Το κρίσιμο όριο του 25%Η σημασία ενός πιθανού κόμματος Σαμαρά θα εξαρτηθεί περισσότερο από την επίδρασή του στη Νέα Δημοκρατία παρά από τη θέση που θα καταλάβει το ίδιο στον εκλογικό πίνακα. Ο ισχύων εκλογικός νόμος προβλέπει ότι το πρώτο κόμμα λαμβάνει μπόνους 20 εδρών όταν φτάσει το 25%, ενώ από εκεί και πάνω προστίθεται μία έδρα για κάθε επιπλέον μισή μονάδα, έως το ανώτατο μπόνους των 50 εδρών στο 40%. Κάτω από το 25% δεν προβλέπεται πριμοδότηση.Αν μια ισχυρή παρουσία στα δεξιά της ΝΔ συμπιέσει το κυβερνών κόμμα προς την περιοχή του 25%-26%, οι δυνατότητες συνεργασιών αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημασία. Δεν μπορεί, βέβαια, να θεωρηθεί ότι κάθε ψήφος προς ένα κόμμα Σαμαρά θα αφαιρεθεί από τη ΝΔ, ούτε ότι ένα διψήφιο ποσοστό του πρώην πρωθυπουργού θα οδηγούσε αυτομάτως το κυβερνών κόμμα κάτω από κάποιο συγκεκριμένο όριο. Στην κατανομή των εδρών θα παίξει επίσης καθοριστικό ρόλο το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής.Διαφορετική θα ήταν η εικόνα με τη ΝΔ στην περιοχή του 30%-31%. Το μεγαλύτερο μπόνους θα της έδινε ισχυρότερη κοινοβουλευτική και πολιτική θέση, χωρίς πάντως να της εξασφαλίζει αυτομάτως αυτοδυναμία. Η απόσταση ανάμεσα σε ένα αποτέλεσμα κοντά στο 25% και σε ένα αποτέλεσμα πάνω από το 30% μπορεί έτσι να επηρεάσει αποφασιστικά και τη στρατηγική που θα ακολουθήσει το πρώτο κόμμα μετά την κάλπη.Οι συνεργασίες και η πρωθυπουργίαΑν κανένα κόμμα δεν εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, θα ακολουθήσει η διαδικασία των διερευνητικών εντολών και τότε θα φανεί ποιες συνεργασίες μπορούν πράγματι να συζητηθούν. Με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα, μια συμφωνία ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και σε ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη. Οι σχέσεις Μητσοτάκη και Σαμαρά έχουν διαρραγεί, ενώ από το Μέγαρο Μαξίμου έχει αποκλειστεί δημοσίως ένα τέτοιο ενδεχόμενο.Θεσμικό εμπόδιο, πάντως, δεν υπάρχει. Το Σύνταγμα δεν επιβάλλει σε μια κυβέρνηση συνεργασίας να έχει πρωθυπουργό τον αρχηγό του πρώτου κόμματος. Αν οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί και οι πολιτικές συμφωνίες το επιτρέψουν, μπορεί να αναζητηθεί διαφορετικό πρόσωπο που θα διαθέτει την απαιτούμενη στήριξη στη Βουλή.Στο πολιτικό παρασκήνιο έχουν ήδη κυκλοφορήσει σενάρια για μια τέτοια λύση, ακόμη και με αναφορές στον Νίκο Δένδια. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν υπάρχει συμφωνία, επίσημη πρόταση ή επιβεβαιωμένη διαπραγμάτευση προς αυτή την κατεύθυνση. Η θέση της ΝΔ παραμένει ότι, αν όχι αυτοδύναμη, τότε κυβέρνηση με κορμό το κόμμα σημαίνει Κυριάκο Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία, ενώ το ΠΑΣΟΚ έχει αποκλείσει κάθε μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία.Το ενδεχόμενο δεύτερης κάλπηςΑν αποτύχουν οι διερευνητικές εντολές και δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης που να διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής, η διαδικασία οδηγεί σε νέα εκλογική αναμέτρηση. Με τα σημερινά δεδομένα, όμως, η δεύτερη κάλπη θα διεξαχθεί με τον ίδιο εκλογικό νόμο. Δεν θα επαναληφθεί δηλαδή ό,τι συνέβη το 2023, όταν η πρώτη αναμέτρηση έγινε με απλή αναλογική και η δεύτερη με ενισχυμένη.Μια νέα προσφυγή στις κάλπες θα είχε επομένως διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο. Η ΝΔ θα επιδίωκε μεγαλύτερη συσπείρωση γύρω από την ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης και πιθανή επιστροφή ψηφοφόρων που στην πρώτη αναμέτρηση θα είχαν επιλέξει μικρότερους σχηματισμούς. Το αν αυτό θα συνέβαινε στην πράξη δεν μπορεί να προεξοφληθεί.Για ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά, η δεύτερη εκλογή θα αποτελούσε επίσης διαφορετική δοκιμασία. Ένα υψηλό ποσοστό στην πρώτη κάλπη θα του έδινε αυξημένο ρόλο στις συζητήσεις της επόμενης ημέρας. Σε δεύτερη αναμέτρηση, όμως, θα έπρεπε να διατηρήσει αυτή τη δύναμη σε συνθήκες μεγαλύτερης πόλωσης και με το ζήτημα του σχηματισμού κυβέρνησης να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο.Η εικόνα της επόμενης ημέρας θα διαμορφωθεί τελικά από τον συνδυασμό των ποσοστών και των κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Μια Νέα Δημοκρατία κοντά στο 25%, ένα ισχυρό κόμμα στα δεξιά της και μια κατακερματισμένη Βουλή μπορούν να φέρουν τις συνεργασίες στο επίκεντρο αμέσως μετά την πρώτη κάλπη. Ένα αισθητά υψηλότερο ποσοστό της ΝΔ θα της δώσει μεγαλύτερη δυνατότητα να επιδιώξει νέα εκλογική αναμέτρηση. Και μέσα σε αυτούς τους συσχετισμούς μπορεί να κριθεί όχι μόνο ποια κόμματα θα μπορέσουν να συνεννοηθούν, αλλά και ποιος θα έχει τελικά τη δυνατότητα να διεκδικήσει την πρωθυπουργία.