Δεν χρειαζόταν να έχεις μαντικές ικανότητες για να προβλέψεις ότι η Λάουρα Κοβέσι θα ρίξει κεραυνούς κατά της ελληνικής κυβέρνησης. Τα όσα της καταλογίζουν, άλλωστε, οι κυβερνώντες στην Αθήνα εδώ και μήνες ήταν αρκετά για να αντιδράσει. Ωστόσο θαύμασα το ότι μίλησε τεκμηριωμένα, με ύφος θεσμικό αλλά αποφασιστικό και χωρίς να χαριστεί σε κανέναν. Η ατάκα της, δε, πως «η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας, η απάτη, η αθέμιτη επιρροή αποτελούν εγκλήματα» και πως «κανένας, μα κανένας στον κόσμο δεν θα μπορέσει να με πείσει πως αυτές οι κατηγορίες είναι μέρος της δουλειάς (part of job description) ενός πολιτικού στην Ελλάδα ή οποιουδήποτε πολιτικού στην Ευρωπαϊκή Ένωση», νομίζω ότι έκλεισε στόματα. Υπενθυμίζω απλά πως ο Άδωνις Γεωργιάδης υποστήριξε πρόσφατα πως τα ρουσφέτια για τα οποία κατηγορούνται οι βουλευτές της ΝΔ είναι στο job description ενός βουλευτή.
Από τις χθεσινές παρεμβάσεις των σημαντικών πολιτικών προσώπων στους Δελφούς κράτησα την παρέμβαση του Ευάγγελου Βενιζέλου για την πτυχή της ανανέωσης της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων στην Ευρωπαϊκή εισαγγελία. Τι είπε ουσιαστικά ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης; Ότι αν θέλει η κυβέρνηση να διαλύσει τις υποψίες και να απαντήσεις στις καταγγελίες για παρέμβαση στη δικαιοσύνη, πρέπει να αφήσει απερίσπαστο το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου να ανανεώσει τις θητείες της Πόπης Παπανδρέου και των υπολοίπων.
Θα προσέξατε και εσείς ότι μετά τους μύδρους της Λάουρα Κοβέσι οι κυβερνώντες ήταν πολύ πιο μαζεμένοι. Ακόμα και ο Άδωνις Γεωργιάδης, που έχει «σηκώσει» το φορτίο των επιθέσεων στους λειτουργούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μιλώντας στην «Ημερησία» ήταν μειλίχιος για τα δεδομένα του. Απολύτως λογικό, γιατί μαθαίνω πως το Μαξίμου θέλει τώρα να ρίξει τους τόνους της αντιπαράθεσης με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και να απομακρύνει τα βλέμματα από τον ΟΠΕΚΕΠΕ μετά και την ψήφιση της ασυλίας των 13 βουλευτών.
Βλέπετε, οι δημοσκοπήσεις που παρέλαβε το Μαξίμου δεν ήταν και οι καλύτερες. Κοινή συνισταμένη των ευρημάτων, μαθαίνω, είναι πως η Νέα Δημοκρατία χάνει τουλάχιστον δύο μονάδες και πως τμήματα του εν δυνάμει κοινού της έχουν θυμώσει με τα ζητήματα διαφθοράς και αναξιοκρατίας, όπως αυτά αναδείχθηκαν από τα ρουσφέτια του ΟΠΕΚΕΠΕ είτε από περιπτώσεις σαν του Μακάριου Λαζαρίδη.
Γι αυτό και ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης νωρίτερα απ’ ό,τι είχε σχεδιαστεί τα επιδόματα για τα παιδιά, ώστε να δώσει επειγόντως θετική «αύρα» στο κυβερνητικό έργο.
Τι να σου κάνουν όμως όλα αυτά όταν βγαίνει και μιλάει ένας Μακάριος Λαζαρίδης; Γιατί ο βουλευτής Καβάλας δεν κατάφερε να εξαφανιστεί για διάστημα αρκετό ώστε να ξεχαστεί η ιστορία με τις παράνομες προσλήψεις. Δεν έφτανε η αναπαραγωγή ενός tweet που περνούσε γενεές δεκατέσσερις την Ντόρα Μπακογιάννη, χτες είπε πως κάποιοι πήγαν να του στήσουν «σκευωρία». «Η σκευωρία την οποία επιχείρησαν να στήσουν πολιτικοί μου αντίπαλοι, εκτός και εντός Καβάλας θα πέσει στο κενό. Μια σκευωρία, η οποία επιχείρησε να με εξοντώσει ηθικά και πολιτικά. Πολύ σύντομα όλοι αυτοί θα πάρουν τις απαντήσεις τους». Και έχω την αίσθηση ότι ο Μακάριος Λαζαρίδης στρέφει τα βέλη του κατά προσώπων στο Μαξίμου.
Ποιά πρόσωπα, θα αναρωτηθείτε και δικαίως. Τον Άκη Σκέρτσο πιστεύω. Γιατί χτες βγήκαν στη σειρά (μετά τον Γιάννη Οικονόμου) ο Μάκης Βορίδης και ο Στέλιος Πέτσας και του έριξαν και μια «ανάποδη» για τα όσα είχε πει πριν σχεδόν 20 μέρες για τα ρουσφέτια που κάνουν οι βουλευτές. Και οι τρεις που έχουν επιτεθεί στον Σκέρτσο πέρασαν από κρίσιμες θέσεις στο Μαξίμου, συνυπήρξαν με τον σημερινό Υπουργό Επικρατείας και βρίσκονται σήμερα να είναι απλοί βουλευτές…
Για να κοπάσει όλος αυτός ο θόρυβος πάντως, ο Παύλος Μαρινάκης χτες βγήκε και διευκρίνισε ότι όλοι ελεγχόμενοι βουλευτές θα συμπεριληφθούν κανονικά στις λίστες της ΝΔ στις επικείμενες εκλογές. Η φήμη περί του αντιθέτου είχε κυκλοφορήσει έντονα όταν έσκασαν οι νέες δικογραφίες και όλοι οι γαλάζιοι βουλευτές φώναζαν σε πηγαδάκια πως «αυτά είναι ιδέες του Σκέρτσου». Στο μεταξύ ένας βουλευτής μου είχε πει και ένα επιχείρημα κάπως αφοπλιστικό: «Εδώ έβαλε στο ψηφοδέλτιο τον Καραμανλή που κουβαλούσε στην πλάτη του 57 νεκρούς στα Τέμπη, έναν βουλευτή που έκανε ρουσφέτια θα αποκλείσει;»
Χθες συνέβη και κάτι ιδιαίτερα περίεργο. Η παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού την ώρα που η Λάουρα Κοβέσι σφυροκοπoύσε το Μαξίμου από τους Δελφούς, προκάλεσε παγωμάρα και εύλογα ερωτήματα. Η πρώην πρόεδρος του Συλλόγου Τεμπών, με ένα βίντεο που ανήρτησε στα κοινωνικά δίκτυα, εγκαλεί την Ευρωπαία Εισαγγελέα για «δύο μέτρα και δύο σταθμά», κατηγορώντας την ότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ προχωρά σε προτάσεις, ενώ στα Τέμπη «υποκλίθηκε» στο άρθρο 86 του Συντάγματος. Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, αλλά μου φαίνεται πολύ περίεργο το timing την ημέρα που η Ευρωπαία Εισαγγελέας άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας και ενώ δέχεται κυβερνητικά πυρά. Μου φαίνεται σαν η Καρυστιανού να προσφέρει ένα αναπάντεχο «δώρο» στον Κυριάκο Μητσοτάκη, υιοθετώντας εμμέσως το αφήγημα περί μεροληπτικής στάσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η χρονική συγκυρία της επίθεσης δημιουργεί την αίσθηση περίεργης ευθυγράμμισης. Η Καρυστιανού στράφηκε ανοιχτά κατά της μοναδικής θεσμικής φωνής που πίεσε την κυβέρνηση για τα Τέμπη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ και στοχοποίησε την Κοβέσι για παραβίαση του ενωσιακού δικαίου, ταυτιζόμενη επικίνδυνα με τη ρητορική κυβερνητικών στελεχών όπως η Βούλτεψη. Αυτή η επίθεση στην επικεφαλής της EPPO την κρίσιμη στιγμή, γεννά υποψίες για το αν η Καρυστιανού λειτουργεί πλέον ως ο ιδανικός σύμμαχος του Μαξίμου στην προσπάθεια εξουδετέρωσης μιας ενοχλητικής εισαγγελέως. Και να ήταν μόνο αυτό...
Η αποχή του Στέλιου Πέτσα από την ψηφοφορία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί, όπως μου λένε, το οριστικό ρήγμα στις σχέσεις του με το Μαξίμου. Ο πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος, μιλώντας για «μεγάλο κατήφορο» και αρνούμενος τον ρόλο του σιωπηλού βουλευτή, αμφισβήτησε ευθέως την ηγεσία, επιλέγοντας τη διαφοροποίηση από τη γραμμή Μαξίμου. Θα έχει συνέχεια αυτό...
Και ενώ στους Δελφούς έγιναν πραγματάκια, η Θεοδώρα Τζάκρη «ξαναχτύπησε», αυτή τη φορά προκαλώντας δονήσεις στο εσωτερικό του κόμματος Κασσελάκη. Όταν ρωτήθηκε σε τηλεοπτικό πάνελ για τα σενάρια μετακίνησής της στο ΠΑΣΟΚ απάντησε αφήνοντας τους πάντες άφωνους «...μέχρι τις εκλογές υπάρχει χρόνος». Μου φαίνεται ότι η Θεοδώρα, αν και αντιπρόεδρος του κόμματος Κασσελάκη, κάνει ψυχρούς υπολογισμούς πολιτικής επιβίωσης, βλέποντας τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων. Με το βλέμμα στην Πέλλα και την επανεκλογή της, η Τζάκρη φαίνεται σαν να παίζει με τον χρόνο και τις συμμαχίες, αφήνοντας ορθάνοιχτο το παράθυρο για μια ηρωική επιστροφή στις «πράσινες» ρίζες της.
Η γεωπολιτική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή μετέτεψε τα πηγαδάκια των επιχειρηματιών στους Δελφούς σε εστίες απόλυτης ανησυχίας. Το κλίμα είναι βαρύ, καθώς η αβεβαιότητα που απορρέει από τη σύγκρουση στο Ιράν καθιστά κάθε επιχειρηματικό σχεδιασμό γράμμα κενό. Οι επενδυτικοί κύκλοι βλέπουν την ενεργειακή σταθερότητα να καταρρέει, την ώρα που το λειτουργικό κόστος στις μεταφορές και την παραγωγή εκτινάσσεται σε μη διαχειρίσιμα επίπεδα. Η εκτίμηση ότι μόνο οι πρόσθετες επιβαρύνσεις από τα καύσιμα για το πρώτο εξάμηνο θα ξεπεράσουν τα 60 εκατ. ευρώ σε μεγάλους ομίλους, προκαλεί ίλιγγο και φόβους για νέο ντόμινο ανατιμήσεων που θα πνίξει την αγορά.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2026 αποτελούν τον απόλυτο κόλαφο για το αφήγημα της κυβέρνησης περί ελαφρύνσεων. Η Ελλάδα φιγουράρει στην 4η θέση της παγκόσμιας κατάταξης με την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση για τις οικογένειες με δύο παιδιά, αγγίζοντας το 37,5%. Την ώρα που ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο 26,2%, η ελληνική οικογένεια στραγγαλίζεται από έναν συνδυασμό φόρων και εισφορών που δεν αφήνει περιθώρια επιβίωσης. Η περιβόητη μείωση της φορολογίας αποδεικνύεται σταγόνα στον ωκεανό, καθώς η ψαλίδα από τις υπόλοιπες αναπτυγμένες χώρες παραμένει τεράστια.
Η έκθεση αποκαλύπτει μια οδυνηρή πραγματικότητα: τα οικογενειακά επιδόματα στην Ελλάδα είναι σχεδόν ανύπαρκτα ως εργαλείο φορολογικής ανακούφισης. Ενώ στον ΟΟΣΑ η μείωση της επιβάρυνσης για όσους έχουν παιδιά φτάνει τις 8,9 μονάδες, στη χώρα μας περιορίζεται στο πενιχρό 1,9%. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο καθαρός μισθός ενός έγγαμου εργαζόμενου να είναι μόλις το 76,2% του ακαθάριστου, τη στιγμή που ο μέσος διεθνής όρος ξεπερνά το 85%. Ουσιαστικά, το κράτος τιμωρεί τη δημιουργία οικογένειας, αφαιρώντας πολύτιμο εισόδημα που θα έπρεπε να κατευθυνθεί στην κάλυψη των εκρηκτικών αναγκών της καθημερινότητας.
Κοιτώντας τη μεγάλη εικόνα, η Ελλάδα ακολουθεί αντίστροφη πορεία από τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο. Από το 2000 έως το 2025, η φορολογική επιβάρυνση στη χώρα μας αυξήθηκε. Ακόμη και την τελευταία δεκαετία (2015-2025), οι φόροι για τον μέσο άγαμο εργαζόμενο συνέχισαν να ανεβαίνουν, καταρρίπτοντας τους ισχυρισμούς για ουσιαστική ελάφρυνση της εργασίας. Με το 72% των κρατικών εσόδων να προέρχεται από το «κυνήγι» του μισθού, η ελληνική οικογένεια παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο ασφυξίας που υπονομεύει κάθε προοπτική κοινωνικής ευημερίας.
Η εικόνα του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελεί την απόλυτη απόδειξη της κυβερνητικής αδράνειας. Αν η κυβέρνηση είχε επιβάλει στοιχειώδεις κανόνες ανταγωνισμού και ουσιαστική εποπτεία, τα προκλητικά υπερκέρδη των τραπεζών δεν θα αποτελούσαν σήμερα ανοιχτή πληγή για την κοινωνία. Η κυβέρνηση επέτρεψε στις τράπεζες να θησαυρίζουν εις βάρος των πολιτών, αφήνοντας στο απυρόβλητο μια αγορά που λειτουργεί χωρίς κανόνες, όπου η ενημέρωση για τις χρεώσεις είναι ανύπαρκτη και η εκμετάλλευση του καταναλωτή αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων.
Οι τράπεζες εκτελούν ένα είδος «τρίτης ανακεφαλαιοποίησης», αντλώντας ρευστότητα από την τσέπη του πολίτη μέσω καταχρηστικών προμηθειών που ο χρήστης ούτε γνωρίζει, ούτε μπορεί να αποφύγει. Η χαώδης ψαλίδα ανάμεσα στα μηδενικά επιτόκια καταθέσεων και τα πανάκριβα επιτόκια χορηγήσεων είναι περίπτωση ωμής μεταφοράς πλούτου από τη βάση προς την κορυφή. Πρόκειται για αντικοινωνική πρακτική που η πολιτεία παρακολουθεί ως απλός θεατής, επιτρέποντας στις τράπεζες να ανακαλύπτουν διαρκώς νέες τεχνικές χρεώσεων στις καθημερινές συναλλαγές, στραγγαλίζοντας τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Είναι τουλάχιστον προκλητικό η κυβέρνηση να δίνει βιαστικά το «πράσινο φως» για τη διανομή μερισμάτων, την ώρα που ο Έλληνας φορολογούμενος παραμένει εγκλωβισμένος ως εγγυητής του αναβαλλόμενου φόρου. Αντί να επιβληθεί η άμεση εξυγίανση των ισολογισμών και η επιστροφή της ασφάλειας στο κράτος, το Μαξίμου επιβραβεύει τις διοικήσεις που κερδοσκοπούν ασύδοτα. Οι τράπεζες απολαμβάνουν την ελευθερία να μοιράζουν τα υπερκέρδη τους στους μετόχους, ενώ την ίδια στιγμή αρνούνται να αναλάβουν το ρίσκο που τους αναλογεί, μετακυλίοντας κάθε πιθανή μελλοντική ζημία στις πλάτες της κοινωνίας που τις κράτησε όρθιες.