article background image

Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου είναι από τις ηθοποιούς που έχουν κερδίσει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του κοινού. Την έχουμε αγαπήσει στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, έχουμε γελάσει και συγκινηθεί μαζί της και την έχουμε δει να περνά με άνεση από τον έναν ρόλο στον άλλον. Από τη Ζουμπουλία του «Παρά Πέντε» και την Ηγουμένη Μαρία στη σειρά «Φόνοι στο Καμπαναριό» μέχρι τις θεατρικές της συναντήσεις με σημαντικά έργα και δημιουργούς, η διαδρομή της είναι γεμάτη διαφορετικούς ρόλους και καλλιτεχνικές αναζητήσεις. 

Μετά τη «Θελεστίνα» του Φερνάντο ντε Ρόχας, όπου συνεργάστηκε ξανά με τον Αστέριο Πελτέκη, επιστρέφει φέτος στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά ως Λυσιστράτη. Η νέα παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία και απόδοση του Αστέριου Πελτέκη, έχει ήδη ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη, τη Ρώμη και την Κύπρο, αποσπώντας θερμή υποδοχή, και παρουσιάζεται στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στις 21 και 22 Αυγούστου.

Η Λυσιστράτη είναι μια δυναμική γυναίκα, με όραμα, αγάπη και ενσυναίσθηση, που δεν περιμένει τις αλλαγές να έρθουν από μόνες τους, αλλά αποφασίζει να δράσει. «Με όλους τους ήρωες βρίσκεις κάποια κοινά στοιχεία», λέει. «Άλλοτε είμαστε ευγενικοί, άλλοτε σκληροί, άλλοτε δυναμικοί. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά υπάρχουν μέσα σε όλους τους ανθρώπους. Αυτό που αλλάζει είναι η επιλογή». Ίσως η τελευταία αυτή φράση να λέει πολλά και για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιμετωπίζει την υποκριτική.

Για την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, η δουλειά του ηθοποιού δεν είναι μια κατάκτηση που κάποια στιγμή ολοκληρώνεται. Είναι μια διαρκής διαδικασία αναζήτησης, δοκιμής και επαναπροσδιορισμού. Η επιτυχία, άλλωστε, δεν μετριέται μόνο με γεμάτα θέατρα ή με την αναγνωρισιμότητα. «Ίσως, τελικά, επιτυχία είναι να θέλουν οι άνθρωποι να σε ακούσουν. Να θέλουν να δουν τι έχεις να πεις», σημειώνει.

Στη συζήτησή μας μιλήσαμε για τον Αριστοφάνη και τη διαχρονικότητα της «Λυσιστράτης», για τη δύναμη της συλλογικότητας, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η κωμωδία μπορεί να φωτίσει δύσκολες αλήθειες. Μιλήσαμε ακόμη για την ιδιαίτερη σχέση της με την Επίδαυρο, έναν χώρο που για εκείνη είναι συνδεδεμένος με τη μνήμη, την εμπειρία και μια ξεχωριστή ενέργεια. «Εναρμόνιση είναι η Επίδαυρος για μένα», λέει. Από το θέατρο, η κουβέντα πέρασε στη ζωή: σε όσα έχει μάθει να προστατεύει μεγαλώνοντας, στη χαρά που μπορεί να κρύβεται στα μικρά και καθημερινά και, πάνω απ’ όλα, στην ανάγκη να παραμένουμε παρόντες στη ζωή μας.

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το σημαντικότερο μήνυμα που θέλει να περάσει ο Αριστοφάνης μέσα από τη «Λυσιστράτη» και γιατί εξακολουθεί να μας αφορά;

Νομίζω πως το σημαντικότερο μήνυμα είναι ότι, τελικά, οι άνθρωποι δεν έχουμε αλλάξει και τόσο. Εξακολουθούμε να κοιτάμε το κέρδος και τον πλουτισμό και πολλές φορές τα επιδιώκουμε περισσότερο από την ίδια την ευτυχία. Και, δυστυχώς, οι πόλεμοι εξακολουθούν να υπάρχουν. Πιστεύω, όμως, πως τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, αν δίναμε μεγαλύτερη σημασία στο κοινό καλό και όχι μόνο στο προσωπικό μας συμφέρον. Αυτό, λοιπόν, που μας υπενθυμίζει ο Αριστοφάνης είναι πως αξίζει να ζούμε όμορφα, με ευγένεια και με περισσότερη σκέψη για τον συνάνθρωπό μας. Να μπορούμε να κοιτάμε λίγο πιο πέρα από τον εαυτό μας. Και αυτό είναι που κάνει τη «Λυσιστράτη» τόσο επίκαιρη ακόμη και σήμερα.

Πώς προσεγγίσατε τη Λυσιστράτη; Ποια στοιχεία του χαρακτήρα της θελήσατε να αναδείξετε περισσότερο και πώς βοήθησε σε αυτή την κατεύθυνση η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη, Αστέριο Πελτέκη;

Με τον Αστέριο Πελτέκη γνωριζόμασταν ήδη, καθώς είχαμε συνεργαστεί τον προηγούμενο χειμώνα σε ένα πολύ σημαντικό έργο, τη «Θελεστίνα». Είχαμε, λοιπόν, ήδη μια καλή βάση μεταξύ μας. Έχει πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισε τη «Λυσιστράτη», ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον χορό. Συνήθως, στις τραγωδίες και τις κωμωδίες που παρακολουθούμε το καλοκαίρι, ο χορός υπάρχει, αλλά παραμένει κάπως ξεχωριστός από τους υπόλοιπους ρόλους. Εδώ, ο Αστέριος επέλεξε να τον εντάξει μέσα στην παράσταση. Ο χορός βρίσκεται διαρκώς κοντά στους ηθοποιούς, συμμετέχει στη δράση και παίζει μαζί τους. Είναι ένα στοιχείο που δίνει μεγάλη ενέργεια στην παράσταση.

Για μένα, η Λυσιστράτη είναι μια δυναμική γυναίκα, με όραμα, αγάπη και ενσυναίσθηση. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να πείσει τους γύρω της και να τους κάνει να ακολουθήσουν αυτό που η ίδια πιστεύει πως είναι σωστό. Αυτό, άλλωστε, είναι ένα χάρισμα που έχουν οι πραγματικοί ηγέτες και οι πολιτικοί. Να μπορούν να εμπνέουν τους άλλους και να τους κάνουν να πιστεύουν σε ένα όραμα. Ήθελα, λοιπόν, να αναδείξω αυτή τη δυναμική πλευρά της, αλλά και τη δύναμη που έχει ως γυναίκα και ως ηγέτιδα.

Ο Αστέριος, από την πλευρά του, θέλησε να της προσδώσει και μια σχεδόν θεϊκή διάσταση, σαν να λειτουργεί ως μια μορφή «από μηχανής θεού». Η παράσταση ξεκινά με την Αθηνά. Μια άλλη κοπέλα εμφανίζεται φορώντας την περικεφαλαία της και, μέσα σε καπνούς, μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια του κοινού σε εμένα, στη Λυσιστράτη. Είναι σαν να κατεβαίνει μια θεϊκή μορφή στη σκηνή. Αυτή η επιλογή δίνει στη Λυσιστράτη μια διαφορετική διάσταση, σαν να κουβαλά τη γνώση του σωστού και τη δύναμη να οδηγήσει τους άλλους προς αυτό. Και αυτή η αίσθηση είναι, για μένα, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της δικής μας «Λυσιστράτης».

Ο Αστέριος θέλησε να προσδώσει στη Λυσιστράτη και μια σχεδόν θεϊκή διάσταση, σαν να λειτουργεί ως μια μορφή «από μηχανής θεού» (Copyright: Mike Rafail)

Πόσο σημαντικό είναι για έναν ηθοποιό να βρίσκει κομμάτια του εαυτού του μέσα στον χαρακτήρα που υποδύεται;

Με όλους τους ήρωες μπορείς να βρεις κάποια κοινά στοιχεία. Έχει να κάνει με τον τρόπο που έχεις φανταστεί και οραματιστεί τον κάθε ρόλο. Ειδικά όταν έχεις απέναντί σου ένα τόσο ζωντανό και ανάγλυφο κείμενο, όπως αυτό του Αριστοφάνη, βρίσκεις πολλά στοιχεία στα οποία μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου. Νομίζω, λοιπόν, ότι έχω αρκετά κοινά στοιχεία με τη Λυσιστράτη. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που ανέφερα προηγουμένως, κατά κάποιον τρόπο, υπάρχουν μέσα σε όλους μας, έστω και ως δυνατότητες. Άλλοτε είμαστε ευγενικοί, άλλοτε αυστηροί, άλλοτε δυναμικοί. Όλες αυτές οι πλευρές συνυπάρχουν μέσα μας. Αυτό που αλλάζει είναι η επιλογή. Ποια χαρακτηριστικά θα επιλέξεις κάθε φορά να αναδείξεις και σε ποιον βαθμό. Αυτές οι διαφορετικές «δόσεις» είναι που τελικά συνθέτουν έναν χαρακτήρα και διαμορφώνουν την εικόνα που βγάζουμε προς τα έξω. Οπότε, κατά μία έννοια, όλοι οι ήρωες έχουν μέσα τους κάτι από εμάς.

Υπάρχει κάποια ιδέα ή εύρημα της «Λυσιστράτης» που σας εντυπωσιάζει ιδιαίτερα και σας κάνει να σκέφτεστε πόσο τολμηρός ήταν ο Αριστοφάνης;

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την ιδέα του Αριστοφάνη να βάλει στο στόμα της Λυσιστράτης την πρόταση ότι, για να σταματήσουν οι πόλεμοι, οι γυναίκες πρέπει να απέχουν από το σεξ, ώστε να αναγκάσουν τους άντρες να αλλάξουν στάση. Είναι μια σκέψη τολμηρή, ευφυής και ταυτόχρονα εξαιρετικά κωμική, αν αναλογιστεί κανείς ότι γράφτηκε τόσους αιώνες πριν. Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο, όμως, είναι ότι μέσα από αυτή την υπερβολή ο Αριστοφάνης καταφέρνει να μιλήσει για κάτι πολύ σοβαρό και βαθιά ανθρώπινο. Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη του έργου του: στο ότι μπορεί να χρησιμοποιεί το χιούμορ και την υπερβολή για να αγγίζει ουσιαστικά ζητήματα που παραμένουν διαχρονικά.

Η Λυσιστράτη είναι μια γυναίκα που δεν περιμένει να αλλάξει ο κόσμος από μόνος του. Παίρνει την ευθύνη και αναλαμβάνει δράση. Πιστεύετε ότι σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η διάθεση ή έχουμε μάθει να συμβιβαζόμαστε πιο εύκολα;

Το αναφέραμε και νωρίτερα. Νομίζω ότι σήμερα οι άνθρωποι δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο προσωπικό τους συμφέρον και λιγότερο στο γενικότερο καλό. Το βλέπουμε γύρω μας. Καταστρέφουμε τον πλανήτη, μολύνουμε τις θάλασσες και χάνουμε πράγματα που θα έπρεπε να θεωρούμε αυτονόητα. Ο καθένας, από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο ισχυρό, συχνά κοιτάζει τι τον εξυπηρετεί και τι τον βολεύει, χωρίς να σκέφτεται πάντα τις συνέπειες για το σύνολο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι έχουν χάσει τη δυναμική τους ή την ικανότητά τους να πείθουν και να εμπνέουν τους άλλους. Αυτά είναι στοιχεία της προσωπικότητας και της ανθρώπινης φύσης και παραμένουν διαχρονικά. Είναι περισσότερο θέμα του πώς επιλέγει ο καθένας να αξιοποιήσει τα εφόδια, τα προσόντα και τις ικανότητές του.

Μπορεί να έχεις την ικανότητα να ηγηθείς και πράγματι να γίνεις ηγέτης, το σημαντικό, όμως, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα χρησιμοποιήσεις αυτή την ικανότητα και ο σκοπός για τον οποίο θα την αξιοποιήσεις. Μπορεί να γίνεις ένας καλός ηγέτης, που θα εμπνεύσει και θα ενώσει τους ανθρώπους, αλλά μπορεί και να χρησιμοποιήσεις τη δύναμή σου με τρόπο που θα στραφεί εναντίον εκείνων που σε εμπιστεύτηκαν και σε στήριξαν. Η δυναμική, λοιπόν, και η ικανότητα να πείθεις, να εμπνέεις και να οδηγείς τους άλλους εξακολουθούν να υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι προς τα πού θα επιλέξει ο καθένας να τις κατευθύνει και για ποιον σκοπό.

Ο Αριστοφάνης σατιρίζει την εξουσία χωρίς φόβο. Πιστεύετε ότι σήμερα υπάρχει χώρος για μια τόσο ελεύθερη και αιχμηρή σάτιρα ή έχουν αλλάξει τα όρια;

Έχουν αλλάξει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Νομίζω, όμως, ότι ήταν και κάπως αναπόφευκτο, γιατί υπήρξαν περιπτώσεις όπου αυτά τα όρια ξεπεράστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Βέβαια, υπάρχει και ένα πολύ προσωπικό μέτρο. Ο καθένας έχει τη δική του αισθητική και τον δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται την κωμωδία. Εγώ, για παράδειγμα, παρακολουθώ κωμικούς και με ενδιαφέρει να βλέπω πώς προσεγγίζει ο καθένας τα διαφορετικά θέματα. Η κωμωδία, από τη φύση της, έχει την υπερβολή, υπάρχουν όμως άνθρωποι που ξέρουν να τη χρησιμοποιούν με μέτρο. Και αυτό είναι κάτι που προσωπικά εκτιμώ πολύ.

Τελικά, είναι θέμα τρόπου προσέγγισης, αλλά και προσωπικής αισθητικής. Τα όρια έχουν αλλάξει, όμως η σάτιρα εξακολουθεί να έχει τον χώρο της. Πάντα θα υπάρχει ένας τρόπος να σχολιάσεις, να καυτηριάσεις, να κάνεις τον άλλον να γελάσει και, μέσα από αυτό το γέλιο, να του πεις κάτι ουσιαστικό.

Για μένα, το σημαντικό είναι να μπορείς να το κάνεις με τρόπο που να σέβεται τον άλλον. Και ίσως αυτό ξεκινάει από το να έχεις πρώτα τη διάθεση να αυτοσαρκαστείς. Άλλωστε, εγώ τις κωμωδίες τις παίζω δραματικά. Αν δεις τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την κωμωδία, εγώ δεν προσπαθώ να κάνω κωμωδία. Εγώ πάσχω και εσύ γελάς! Δεν κάνω τίποτα κωμικό, ούτε μισή ατάκα. Όλα τα λέω δραματικά. Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται και η δική μου σχέση με την κωμωδία. Εγώ τα ζω όλα σαν δράμα και ο θεατής τα βλέπει σαν κωμωδία.

«Εγώ τα ζω όλα σαν δράμα και ο θεατής τα βλέπει σαν κωμωδία» λέει η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου (Copyright: Mike Rafail)

Λέγεται συχνά ότι οι μεγαλύτερες αλήθειες λέγονται μέσα από το χιούμορ. Συμφωνείτε; Μπορεί το γέλιο να μας κάνει να δούμε πιο καθαρά όσα αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε;

Φυσικά και μπορεί. Εννοείται! Το χιούμορ έχει τη δύναμη να κάνει τον άλλον να σταματήσει για λίγο και να σκεφτεί: «Κοίτα πώς το είπε τώρα αυτό. Τι έγινε εδώ;». Μέσα από το γέλιο μπορεί ξαφνικά να δει κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή ίσως δεν είχε προσέξει ή δεν είχε θελήσει να κοιτάξει κατάματα. Κι εκεί βρίσκεται, για μένα, η μεγάλη δύναμη του χιούμορ. Μπορείς να πεις κάτι με έναν ανάλαφρο τρόπο, να κάνεις τον άλλον να γελάσει και, την ίδια στιγμή, να του αφήσεις μια σκέψη. Και πολλές φορές αυτή η σκέψη μπορεί να είναι πολύ πιο δυνατή και ουσιαστική από μια ευθεία, σοβαρή διατύπωση.

Αν ο Αριστοφάνης ζούσε σήμερα, ποιο πιστεύετε ότι θα ήταν το πρώτο θέμα που θα σατίριζε; Την πολιτική, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την αδιαφορία των πολιτών ή κάτι άλλο;

Θα τον είχαμε πεθάνει τον άνθρωπο! Με τι να πρωτοασχοληθεί; Από πού να το πιάσει και τι να πρωτοσατιρίσει; Αν, όμως, δούμε συνολικά τη σκέψη του Αριστοφάνη, υπάρχει μια φράση στη «Λυσιστράτη» που αγαπώ πάρα πολύ και θεωρώ ότι αποτυπώνει κάτι πολύ ουσιαστικό. Νομίζω, μάλιστα, ότι είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η Λυσιστράτη καταφέρνει να ξεσηκώσει τους πάντες. Καταλαβαίνει ότι όλοι είμαστε αδέλφια, ότι όλοι είμαστε ίδιοι και πως, τελικά, κάθε πόλεμος είναι ένας εμφύλιος.

Αυτό, ως σκέψη, παραμένει διαχρονικό. Απλώς σήμερα έχει πάρει μια πολύ πιο διεθνή διάσταση. Πίσω από τους πολέμους, τις κατακτήσεις, την επέκταση, την επιθυμία να πάρεις κάτι από τον άλλον ή να επιβάλεις τη δύναμή σου, υπάρχει συχνά η ίδια λογική. Μια ανάγκη για εξουσία, επικράτηση και έλεγχο. Και αυτή η σκέψη είναι που τελικά οδηγεί τα πράγματα. Οπότε, αν ζούσε σήμερα ο Αριστοφάνης, νομίζω ότι θα είχε πραγματικά πάρα πολύ υλικό για να δουλέψει. Θα είχε μπροστά του έναν ολόκληρο κόσμο για να σατιρίσει.

Φέτος επιστρέφετε για τέταρτη φορά στην Επίδαυρο. Κάθε φορά είναι το ίδιο δυνατό το συναίσθημα ή όσο περνούν τα χρόνια αλλάζει ο τρόπος που βιώνετε αυτή την εμπειρία;

Θυμάμαι ότι η πρώτη φορά που πήγα στην Επίδαυρο ήταν με τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, σε μια παράσταση του Μίμη Κουγιουμτζή, που ήταν πραγματικά καταπληκτική. Συγκινούμαι πολύ όταν τη σκέφτομαι, γιατί ήταν μια πολύ δυνατή πρώτη εμπειρία. Από τότε, κάθε φορά που βρίσκομαι στην Επίδαυρο, αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε έναν μαγικό τόπο. Και νομίζω ότι αυτό μπορεί να το νιώσει κάθε ηθοποιός, ανεξάρτητα από τον ρόλο που έχει, αρκεί να έχει τις αισθήσεις του ενεργοποιημένες και να είναι ανοιχτός και συντονισμένος με τον χώρο.

Γιατί ο χώρος έχει τον δικό του συντονισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργήθηκε εκεί το θέατρο, όπως επίσης δεν είναι τυχαίο ότι η Επίδαυρος δεν ήταν μόνο ένας τόπος θεάτρου, αλλά και θεραπείας, με το Ασκληπιείο. Οι άνθρωποι πήγαιναν εκεί για να θεραπευτούν, να ψυχαγωγηθούν, να παρακολουθήσουν δρώμενα. Υπήρχε μια ολόκληρη διαδικασία που συνδεόταν με την ψυχική και τη σωματική τους θεραπεία. Οπότε, μπορεί κανείς να φανταστεί τι ενέργεια κουβαλά ένας τέτοιος χώρος.

Ακόμη και μόνο να καθίσεις ή να ξαπλώσεις πάνω στις πέτρες, αισθάνεσαι ότι παίρνεις κάτι από αυτή την ενέργεια. Αυτή η ανταλλαγή είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο στην Επίδαυρο. Η σχέση ανάμεσα στον χώρο, τον ηθοποιό και τον θεατή είναι κάτι μοναδικό. Και αυτό, για μένα, δεν αλλάζει ποτέ, γιατί η ενέργεια του χώρου παραμένει εκεί. Είναι κάτι που έχει περάσει μέσα στις πέτρες και συνεχίζει να υπάρχει.

Πότε θεωρείτε ότι ένας ηθοποιός μπορεί να πει πως έχει πετύχει; Όταν γεμίζει θέατρα, όταν αναγνωρίζεται από τους συναδέλφους του ή όταν νιώθει ο ίδιος γεμάτος από τη δουλειά του;

Τι σημαίνει, άραγε, να έχεις πετύχει; Είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα. Τι σημαίνει επιτυχία; Να βγάζεις χρήματα; Να σε γνωρίζει ο κόσμος; Όλα αυτά μπορούν να συμβούν ακόμη και μέσα από ένα σίριαλ. Μπορεί να κάνεις μια μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση και να θεωρήσεις ότι έγινες πρωταγωνιστής. Τι σημαίνει, όμως, πραγματικά αυτό; Δεν ξέρω αν μπορώ να ορίσω τι σημαίνει «έχω πετύχει». Όσο περνούν τα χρόνια και όσο νομίζεις ότι πλησιάζεις σε ένα σημείο ολοκλήρωσης, τόσο περισσότερο αισθάνεσαι ότι, στην πραγματικότητα, ξεκινάς ξανά από την αρχή. Είναι ένας δρόμος που συνεχίζεται διαρκώς.

Ίσως, τελικά, επιτυχία να είναι να θέλουν οι άνθρωποι να σε ακούσουν. Να έχουν ενδιαφέρον να δουν τι έχεις να τους πεις. Και αυτό είναι κάτι που χτίζεται με τον χρόνο. Δεν προκύπτει από μία μόνο εμφάνιση που έκανε εντύπωση, αλλά από μια συνέπεια χρόνων, μέσα από την οποία διαμορφώνεις τη δική σου δυναμική, τις δικές σου προσλαμβάνουσες, τον δικό σου τρόπο έκφρασης και, τελικά, κάτι που μπορεί να συναντήσει το κοινό αίσθημα. Και αυτό πρέπει συνεχώς να το δοκιμάζεις. Μπορεί κάτι να μην πετύχει όπως ακριβώς το είχες φανταστεί. Αυτό, όμως, δεν ακυρώνει όσα έχεις κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Για μένα, λοιπόν, ίσως επιτυχία είναι να υπάρχει ένα κοινό που θέλει να σε παρακολουθήσει ξανά, να ακούσει τι έχεις να πεις, ακόμη και μέσα από ένα έργο που έχει ειπωθεί και παρουσιαστεί πολλές φορές. Για παράδειγμα, έχω δει πάρα πολλές «Λυσιστράτες» στη ζωή μου, αφού παρακολουθώ θέατρο από μικρή. Μακάρι, λοιπόν, οι άνθρωποι που θα έρθουν να δουν τη δική μας «Λυσιστράτη» να θέλουν να την ακούσουν ξανά, αυτή τη φορά μέσα από τη δική μου πλευρά, τη δική μου ματιά και τον δικό μου τρόπο. Αυτό είναι πάντα το ζητούμενο.

Το να σε γνωρίζουν κάποιοι άνθρωποι και να σε παρακολουθούν δεν σημαίνει ότι έχεις κατακτήσει κάτι οριστικά. Κάθε νέα δουλειά είναι και μια καινούργια δοκιμασία. Μπορεί την επόμενη φορά κάτι να μην πάει όπως το περίμενες. Αυτό, όμως, αποτελεί μέρος της διαδρομής. Γιατί η ουσία είναι να συνεχίζουν να θέλουν να σε παρακολουθούν και να αναρωτιούνται: «Τι έχει να μου πει αυτή τη φορά; Πώς θα το πει;». Άρα, για μένα, η επιτυχία είναι ένας διαρκής αγώνας. Δεν τελειώνει ποτέ, γιατί κάθε φορά ξεκινάς ξανά από την αρχή.

Τηλεοπτικά θα σας δούμε του χρόνου κάπου;

Τα τηλεοπτικά δεδομένα έχουν κάπως αλλάξει και, αυτή την περίοδο, επειδή έλειπα για μεγάλο διάστημα στη Θεσσαλονίκη — βρίσκομαι εκεί από τον Μάρτιο — δεν κατάφερα τελικά να συμμετάσχω σε κάποια σειρά. Με κέρδισε το θέατρο. Άλλωστε, το θέατρο ήταν πάντα πολύ ψηλά στις προτεραιότητές μου. Θα κάνω, όμως, μια ταινία τον Σεπτέμβριο, το «Μόλις Ξαναχώρισα», τη συνέχεια του «Μόλις Χώρισα», που είχαμε κάνει παλιότερα. Διάβασα το σενάριο, μου άρεσε πολύ και χάρηκα ιδιαίτερα. Χαίρομαι πολύ που θα ξανασυναντηθούμε με όλους αυτούς τους συναδέλφους, με τους οποίους είχαμε περάσει τόσο όμορφα τότε.

Το «Μόλις Χώρισα» είναι μια δουλειά που μου έχει δώσει μεγάλη χαρά και, κυρίως, μου χάρισε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με το κοινό. Μέσα από εκείνη την ταινία μπήκα πραγματικά στα σπίτια των ανθρώπων και εισέπραξα πολλή αγάπη. Αυτό είναι κάτι που δεν ξεχνώ. Αγαπώ πολύ τον κινηματογράφο. Θα μπορούσα, μάλιστα, να σου πω ότι ίσως τον αγαπώ και λίγο περισσότερο από την τηλεόραση.

Σε μια δουλειά με τόσο έντονους ρυθμούς, καταφέρνετε να φροντίζετε τον εαυτό σας και την υγεία σας ή είναι κάτι που αφήνετε λίγο πίσω;

Έχω τον νου μου. Γιατί, αν δεν είμαι εγώ καλά, πώς θα μπορέσω να κάνω τη δουλειά μου; Νομίζω ότι πρέπει πρώτα να φροντίζουμε τον εαυτό μας και μετά όλα τα υπόλοιπα. Όσο μπορώ, προσπαθώ να το έχω αυτό στο μυαλό μου, γιατί η δουλειά απαιτεί πολλή ενέργεια και, για να μπορέσεις να ανταποκριθείς, πρέπει να είσαι και εσύ καλά.

Μεγαλώνοντας, τι είναι αυτό που έχετε μάθει να προστατεύετε περισσότερο στη ζωή σας;

Την ψυχή μου. Αυτό που επιδιώκω περισσότερο μεγαλώνοντας είναι να την προστατεύω, να μην τη φορτώνω με πράγματα που δεν χρειάζεται και να μη δίνω τόση δύναμη σε καταστάσεις που, στο τέλος, θα κοιτάξεις πίσω και θα αναρωτηθείς: «Γιατί τόση φασαρία; Γιατί στεναχωρήθηκα τόσο πολύ γι’ αυτό;». Παλιά στεναχωριόμουν πολύ. Είχα διαρκώς στο μυαλό μου τους άλλους. Έπαιρνα θέση για κάθε αδικημένο, για κάθε άνθρωπο που δεν είχε τις ίδιες ευκαιρίες και προσπαθούσα να είναι όλα δίκαια για όλους. Στην πορεία, όμως, κατάλαβα ότι αυτός είναι ένας δρόμος που δεν οδηγεί εκεί που πραγματικά θέλεις να πας.

Και, όσο αλτρουιστικό κι αν μοιάζει, κρύβει από πίσω και έναν εγωισμό που τελικά δεν χρειάζομαι στη ζωή μου. Είναι σαν να λες: «Αφού είμαι εγώ εδώ, θα φροντίσω να είναι όλα καλά». Όμως ο καθένας έχει τη δική του ευθύνη. Πρέπει πρώτα να φροντίζεις να είσαι σωστός και καλός με τον εαυτό σου και να αφήνεις και τον άλλον να αναλάβει τη δική του ζωή. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πεις μια κουβέντα ή ότι δεν θα προσπαθήσεις να βοηθήσεις. Εγώ, όμως, ήμουν πολύ αγωνίστρια στο να είναι όλα δίκαια για όλους. Στην πορεία κατάλαβα ότι αυτό το «δίκαια για όλους» είναι ευθύνη του κάθε ανθρώπου. Δεν μπορώ να το αναλάβω εγώ για λογαριασμό του.

Άργησα να το καταλάβω. Χρειάστηκε να περάσω από διάφορες διαδρομές στη ζωή μου για να συνειδητοποιήσω ότι ο καθένας χρειάζεται να πατάει στα πόδια του και να διεκδικεί ο ίδιος τον χώρο του. Κι εγώ, μεγαλώνοντας, προσπαθώ περισσότερο να προστατεύω την ψυχή μου, να επιλέγω πού θα δώσω την ενέργεια και το συναίσθημά μου και να κρατώ χώρο για όσα πραγματικά έχουν αξία.

Όταν περνάτε μια δύσκολη περίοδο, προτιμάτε να τη διαχειρίζεστε μόνη σας και κλείνεστε περισσότερο στον εαυτό σας ή χρειάζεστε έναν άνθρωπο να στηριχτείτε πάνω του;

Νομίζω ότι το μοίρασμα είναι, κυρίως, μια ανάγκη να πεις κάτι, με την ελπίδα ότι, λέγοντάς το, θα φύγει λίγο από πάνω σου. Το να μιλήσεις σε έναν άνθρωπο μπορεί να σε ανακουφίσει, να σε βοηθήσει να δεις μια κατάσταση διαφορετικά ή ακόμη και να σου δώσει μια άλλη οπτική. Η ουσιαστική διαχείριση, όμως, είναι τελικά μια πολύ προσωπική διαδικασία.

Αν νιώσω την ανάγκη να μοιραστώ κάτι, θα το κάνω. Υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μου στους οποίους μπορώ να απευθυνθώ. Έχω την κόρη μου, τον μπαμπά της, την αδελφή μου, έχω πολύ καλούς φίλους με τους οποίους μπορώ να μοιραστώ σκέψεις και συναισθήματα. Για μένα, όμως, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο μοίρασμα και στη διαχείριση. Το πρώτο μπορεί να σε ανακουφίσει και να σε στηρίξει, αλλά το δεύτερο είναι κάτι που τελικά καλείσαι να κάνεις εσύ ο ίδιος. Είναι μια βαθιά προσωπική και, σε έναν βαθμό, μοναχική διαδικασία.

Αν σας έδινα ένα λυχνάρι με τρεις ευχές, ποιες θα ήταν αυτές;

Η πρώτη μου ευχή θα ήταν να τελειώσουν οι πόλεμοι. Η δεύτερη θα ήταν να ξαναβρούμε έναν τρόπο να παίρνουμε χαρά από την καθημερινότητά μας. Νομίζω ότι έχουμε ξεχάσει πόση χαρά μπορούν να μας δώσουν τα μικρά, απλά πράγματα. Να ξυπνήσεις και να δεις ότι έχει μια όμορφη μέρα και να σκεφτείς: «Τι ωραία! Να πάρω τηλέφωνο τους φίλους μου να πάμε για μπάνιο». Ή να έχεις πάρει αυγά και να πεις «θα φτιάξω ένα ωραίο πρωινό», να έχεις γάλα για να κάνεις τον καφέ σου. Μικρά, καθημερινά πράγματα. Να μπορούμε να ξαναβρούμε τη χαρά μέσα σε αυτά. Γιατί, τελικά, εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο κομμάτι της ουσίας της ζωής.

Και η τρίτη μου ευχή θα ήταν να μάθουμε να ζούμε το παρόν. Αυτή είναι μια μεγάλη σοφία, που άργησα πολύ να καταλάβω. Να μπορείς να ζεις τη στιγμή στην οποία βρίσκεσαι, με όλη σου την προσοχή, χωρίς να ταξιδεύεις διαρκώς στο αύριο. Τι θα κάνω αύριο, πού θα πάω μεθαύριο, τι έχω να κάνω, τι πρόκειται να συμβεί… Άσ’ το. Μεθαύριο θα δούμε. Ζήσε τώρα αυτόν τον καφέ που πίνεις. Ζήσε τη στιγμή που μιλάς με έναν άνθρωπο. Ζήσε αυτό που συμβαίνει τώρα.

Ακόμη και αυτή τη στιγμή που μιλάω μαζί σου, υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή στην οποία βρίσκομαι. Και θέλω να είμαι πραγματικά εδώ. Να ακούσω, να καταλάβω, να προσπαθήσω να επικοινωνήσω κάτι από την ψυχή μου, εφόσον αυτό ενδιαφέρει και τον άνθρωπο που έχω απέναντί μου και θέλει πραγματικά να το ακούσει. Για μένα, λοιπόν, το να ζεις το παρόν είναι κάτι πολύ απλό και ταυτόχρονα πολύ δύσκολο. Να είσαι εδώ, ολοκληρωτικά, χωρίς να σε παρασύρουν οι σκέψεις σου αλλού. Να ζεις τη στιγμή που έχεις μπροστά σου.

«Μεγαλώνοντας, προσπαθώ περισσότερο να προστατεύω την ψυχή μου, να επιλέγω πού θα δώσω την ενέργεια και το συναίσθημά μου και να κρατώ χώρο για όσα πραγματικά έχουν αξία» λέει η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου (Copyright: Mike Rafail)

Είναι κάτι που το καταφέρνετε;

Ούτε οι σοφοί δεν μπορούν να το κάνουν αυτό! (γέλια) Είναι, όμως, κάτι που επιδιώκω. Θέλω να μπορώ να είμαι εδώ, στο τώρα. Πολλές φορές, για παράδειγμα, μπορεί να σκέφτομαι: «Πρέπει να απλώσω τα ρούχα, αλλά βρέχει, θα βρέξει…». Και λέω στον εαυτό μου: «Παιδί μου, κάνε τώρα αυτό που κάνεις. Πιες τον καφέ σου, απόλαυσέ τον. Κάνε αυτό που έχεις να κάνεις και μετά πήγαινε να μαζέψεις ή να απλώσεις τα ρούχα. Θα βρέξει; Ας βρέξει. Τι σε πειράζει;».

Το ίδιο και με τη ζέστη. Αν έχει ζέστη, πήγαινε κάπου που έχει δροσιά. Δεν μπορείς να ελέγξεις όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να δεις πού βρίσκεσαι, τι κάνεις εκείνη τη στιγμή και να είσαι πραγματικά παρούσα. Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ. Δεν σημαίνει ότι το καταφέρνω πάντα, αλλά είναι μια διαρκής άσκηση να μη βρίσκομαι συνεχώς στο «μετά», αλλά να μπορώ να είμαι πραγματικά μέσα σε αυτό που συμβαίνει τώρα.