Η Γιούλη Τσαγκαράκη είναι από εκείνες τις παρουσίες που δύσκολα ξεχνάς. Είτε τη γνώρισες ως «θεία Σταματίνα» στις «Σέρρες» του ΑΝΤ1, είτε τη συνάντησες πρώτη φορά στο θέατρο, αυτό που μένει είναι η αμεσότητά της, το ζεστό της γέλιο και η αλήθεια που βγάζει σε κάθε ρόλο. Σήμερα τη βλέπουμε να συμμετέχει στην Επιθεώρηση - «Εγώ θα σας τα πω!», σε κείμενα των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Δημήτρη Χαλιώτη και την πρωτότυπη μουσική του Θέμη Καραμουρατίδη. Μια παράσταση που σατιρίζει με χιούμορ και αιχμηρό βλέμμα την εποχή μας. Ένα καλοκαιρινό θεατρικό ταξίδι με απρόβλεπτες συναντήσεις επί σκηνής, που θα περάσει από τα μεγαλύτερα ανοιχτά θέατρα της Αττικής και όλης της Ελλάδας.
Η πορεία της, όμως, ξεκινά πολύ πριν γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό. Μεγάλωσε στην Καβάλα και την Κρήτη, σε γειτονιές όπου τα παιδιά έπαιζαν έξω μέχρι αργά, σε μια εποχή χωρίς κινητά, με περισσότερη ελευθερία. Όπως λέει η ίδια, ήταν ένα παιδί ατίθασο και αντιδραστικό, γεμάτο ενέργεια και ζαβολιά, που συχνά δοκίμαζε τα όρια. «Έκανα το αντίθετο από ό,τι μου έλεγαν», παραδέχεται σήμερα, βλέποντας εκείνη την περίοδο με τρυφερότητα αλλά και επίγνωση της διαδρομής που έχει κάνει μέσα από την προσωπική της εξέλιξη. Το θέατρο μπήκε στη ζωή της τυχαία, στη Β’ Λυκείου, μέσα από μια κοινωνική λειτουργό στο σχολείο που την ενθάρρυνε να εκφραστεί δημιουργικά. Ένα μικρό θεατρικό, που έγραψε και παρουσίασε, στάθηκε η αφορμή για να ανακαλύψει μια πλευρά του εαυτού της που δεν γνώριζε. Μπήκε αργότερα σε μία θεατρική ομάδα στο Ηράκλειο Κρήτης και μετά όλο αυτό πήρε τον δρόμο του.
Η ίδια ξεκαθαρίζει πως το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε δεν ήταν κάτι εξαιρετικό, αλλά κάτι που συναντά κανείς συχνά σε πολλά σπίτια, με εντάσεις που τελικά απορροφούν τα παιδιά. Όπως λέει, αυτή η συνθήκη της δημιούργησε αδιέξοδα και αναζητήσεις, τις οποίες προσπάθησε να κατανοήσει μέσα από την τέχνη και κυρίως μέσα από το θέατρο, που λειτούργησε για εκείνη ως διέξοδος. Θα μπορούσε, όπως παραδέχεται, να έχει στραφεί αλλού, όμως βρέθηκε σε έναν διαφορετικό δρόμο, επηρεασμένη και από μια κουβέντα της μητέρας της που έμεινε χαραγμένη μέσα της και την κράτησε μακριά από επικίνδυνες επιλογές. «Κάνε ό,τι θέλεις αλλά μη σε δω με τατουάζ και να παίρνεις ναρκωτικά».
Σήμερα, με μια πορεία που περιλαμβάνει θέατρο, τηλεόραση και ρόλους που αγαπήθηκαν από το κοινό, η Γιούλη Τσαγκαράκη συνεχίζει να εξελίσσεται. Δεν βλέπει τη δουλειά της ως κάτι σταθερό και ολοκληρωμένο, αλλά ως μια διαρκή πορεία μάθησης και εσωτερικής αναζήτησης. Και ίσως αυτό να είναι και το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της. Η ικανότητά της να παραμένει αληθινή, παρούσα και σε συνεχή πορεία εξέλιξης.

Στην Επιθεώρηση - «Εγώ θα σας τα πω!» σχολιάζετε την υπερπληθώρα θεατρικών παραγωγών, την εμμονή με τα sold out, τους ξένους σκηνοθέτες που επαναδιαβάζουν το αρχαίο δράμα και τη δυναμική παρουσία των μεγάλων εταιρειών fast fashion στην Επίδαυρο. Μήπως τελικά ακόμη και ο πολιτισμός έχει αρχίσει να μετριέται περισσότερο με όρους αγοράς παρά με όρους καλλιτεχνικής αξίας;
Νομίζω πως, σε έναν βαθμό, ναι. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν να αξιολογούνται με όρους αγοράς και ο πολιτισμός δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από αυτή τη λογική. Συχνά μια παράσταση κρίνεται από το αν είναι sold out, από το πόσο ντόρο έχει προκαλέσει ή από το ποιοι συμμετέχουν σε αυτή, ενώ η πραγματική της αξία δεν μετριέται έτσι. Υπάρχουν παραστάσεις που μπορεί να μην έχουν μεγάλη εμπορική επιτυχία ή να μη βασίζονται σε γνωστά ονόματα, αλλά έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν και τελικά αγγίζουν το κοινό τους. Και αυτό, για μένα, είναι το πιο σημαντικό κριτήριο.
Μέσα από την παράσταση σχολιάζουμε και την τάση που έχουμε να εντυπωσιαζόμαστε εύκολα από οτιδήποτε φαίνεται καινούργιο ή έρχεται από το εξωτερικό. Πολλές φορές θεωρούμε αυτονόητα καλύτερο το «ξένο», χωρίς να στεκόμαστε στην ουσία. Δεν αφορά μόνο το θέατρο, αλλά είναι μια γενικότερη νοοτροπία που συναντάμε σε πολλές πλευρές της καθημερινότητάς μας. Αυτό που σατιρίζουμε, λοιπόν, είναι την ανάγκη να ακολουθούμε τη μόδα και τον συρμό, αντί να αναρωτιόμαστε τι πραγματικά έχει αξία. Γιατί, τελικά, μια παράσταση δεν μένει στη μνήμη μας επειδή έκανε sold out, αλλά επειδή μας συγκίνησε, μας προβλημάτισε ή μας άφησε κάτι ουσιαστικό όταν φύγαμε από το θέατρο.
Η ηρωίδα σας αποκαλύπτει ότι υπήρξε αριστερή και το χαρακτηρίζει «λάθος της νιότης». Πιστεύετε ότι σήμερα η λέξη «Αριστερά» κουβαλά περισσότερο απογοήτευση παρά ελπίδα;
Δεν θα το περιόριζα στην Αριστερά. Νομίζω ότι η απογοήτευση των ανθρώπων απέναντι στην πολιτική δεν αφορά μία μόνο παράταξη. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει ανθρώπους να μας διαψεύδουν και να μας απογοητεύουν από όλο το πολιτικό φάσμα, όπως έχουμε δει και ανθρώπους που στάθηκαν συνεπείς στις αξίες και στις αρχές τους. Γι' αυτό πιστεύω ότι δεν είναι οι ταμπέλες ή οι ιδεολογίες που καθορίζουν έναν άνθρωπο, αλλά ο χαρακτήρας, οι πράξεις και η συνέπειά του.
Η ιδεολογία μπορεί να δίνει μια κατεύθυνση, όμως δεν αρκεί από μόνη της για να σε κάνει αξιόπιστο ή έντιμο. Οπότε, αν σήμερα υπάρχει απογοήτευση, θεωρώ ότι πηγάζει περισσότερο από τις ανθρώπινες συμπεριφορές παρά από τις ίδιες τις ιδέες. Στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνει όλους μας δεν είναι το πολιτικό πρόσημο που έχουμε επιλέξει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο υπηρετούμε τις αξίες που λέμε ότι πιστεύουμε.
Η μέρα που παρακολούθησα την παράσταση συνέπεσε με την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στο κοινό. Πιστεύετε ότι οι πολιτικοί στην Ελλάδα αντέχουν πραγματικά τη σάτιρα ή τη χειροκροτούν μόνο όταν αφορά τους αντιπάλους τους;
Δεν ξέρω αν μπορώ ν' απαντήσω με βεβαιότητα σε αυτό. Είναι η πρώτη φορά που συμμετέχω σε μια Επιθεώρηση και δεν έχω την εμπειρία για να κρίνω πώς αντιμετωπίζουν οι πολιτικοί τη σάτιρα όταν τους αφορά προσωπικά. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι έχει πραγματικά πολύ ενδιαφέρον να παίζεις ένα έργο που σχολιάζει την πολιτική επικαιρότητα και να ξέρεις ότι στο κοινό βρίσκεται ένας άνθρωπος που έχει διατελέσει πρωθυπουργός της χώρας. Εκείνη τη στιγμή αποκτά διαφορετική βαρύτητα και ο λόγος σου και το χιούμορ της παράστασης.
Αυτό, όμως, είναι και η δύναμη της Επιθεώρησης. Μέσα από το θέατρο μπορείς να σατιρίσεις πρόσωπα και καταστάσεις, να προκαλέσεις γέλιο αλλά και σκέψη, χωρίς να γίνεσαι προσβλητικός. Και αυτό θεωρώ ότι είναι το πιο σημαντικό στοιχείο της δικής μας παράστασης. Η σάτιρα δεν βασίζεται σε προσβλητικά σχόλια ή σε προσωπικές επιθέσεις. Με χιούμορ και μέτρο σχολιάζει όσα συμβαίνουν γύρω μας και αφήνει τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Κάθε λίγα χρόνια ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο που επιβεβαιώνει ότι το πελατειακό κράτος παραμένει ενεργό. Πιστεύετε ότι έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε τη διαφθορά ως μέρος της κανονικότητάς μας;
Δυστυχώς, έχω την αίσθηση ότι σε μεγάλο βαθμό έχουμε συνηθίσει να ζούμε με αυτή την πραγματικότητα. Κάθε τόσο ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο, αγανακτούμε, το συζητάμε για λίγο και μετά συνεχίζουμε σαν να μην άλλαξε τίποτα. Αυτό είναι που με στενοχωρεί περισσότερο. Καμιά φορά λέω, αστειευόμενη, ότι θα έπρεπε να αδειάσει η χώρα για λίγο και να ξαναχτιστεί από την αρχή πάνω σε νέες βάσεις. Προφανώς είναι ένα υπερβολικό σενάριο, αλλά εκφράζει την ανάγκη μου για μια πραγματική επανεκκίνηση στον τρόπο που λειτουργούμε ως κοινωνία και ως κράτος.
Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι η ευθύνη ανήκει μόνο στους θεσμούς ή στους πολιτικούς. Η αλλαγή ξεκινά και από τον καθένα μας. Από το πώς επιλέγουμε να λειτουργούμε στην καθημερινότητά μας, από το αν αποδεχόμαστε μικρές ή μεγάλες παρατυπίες ή αν αποφασίζουμε να τις αμφισβητήσουμε. Και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σε αυτή τη χώρα που λειτουργούν με εντιμότητα και αξιοπρέπεια. Αυτό μου δίνει ελπίδα. Γιατί όσο βλέπουμε τη διαφθορά να υπάρχει, άλλο τόσο μπορεί να περιοριστεί αν αλλάξουμε, ο καθένας ξεχωριστά αλλά και όλοι μαζί, τη νοοτροπία μας.
Ζήσαμε εβδομάδες ολόκληρες συζητώντας για τη Eurovision, ενώ την ίδια περίοδο κυριαρχούσαν σοβαρά ζητήματα στην επικαιρότητα. Κάτι που σχολιάζεται και στην παράσταση. Είναι αυτό ένδειξη μιας κοινωνίας που χρειάζεται ανάσες ή μιας κοινωνίας που αποφεύγει να κοιτάξει τα δύσκολα;
Νομίζω πως ισχύουν και τα δύο. Από τη μία πλευρά, όλοι έχουμε ανάγκη από στιγμές ανάσας και ψυχαγωγίας. Είναι φυσιολογικό να θέλεις, έστω και για λίγο, να απομακρυνθείς από τη δύσκολη καθημερινότητα. Από την άλλη, υπάρχει και ο κίνδυνος να μένουμε μόνο σε αυτά και να αποφεύγουμε να ασχοληθούμε με όσα πραγματικά μας αφορούν. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να υπάρχει μια ισορροπία. Να μπορούμε να χαρούμε μια διοργάνωση όπως η Eurovision, χωρίς όμως να ξεχνάμε τα σοβαρά ζητήματα που επηρεάζουν τη ζωή μας. Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε το ένα ή το άλλο. Χρειάζεται να μπορούμε να δίνουμε χώρο και στα δύο.

Στην παράσταση βλέπουμε την Ελένη Κοκκίδου να υποδύεται μία μητέρα ενός non binary ατόμου. Ο τρόπος που συμπεριφέρεται στο παιδί της δείχνει κίνηση αποδοχής ή μια νέα μορφή υπερπροστασίας;
Πολύ ωραία ερώτηση και αυτή. Αυτό είναι ίσως κάτι που θα μπορούσαν ν' απαντήσουν καλύτερα οι συνάδελφοι που παίζουν αυτούς τους ρόλους. Εγώ, παρακολουθώντας το από τις πρόβες μέχρι σήμερα, έχω την αίσθηση ότι το νούμερο σχολιάζει και τις δύο πλευρές. Αναδεικνύει την αγωνία μιας μητέρας να αποδεχτεί και να στηρίξει το παιδί της, αλλά ταυτόχρονα καταλαβαίνω ότι αγάπη δεν είναι οτιδήποτε αγγίζει την υπερβολή ή την υπερπροστασία. Και αυτό είναι που βρίσκω πολύ ενδιαφέρον στο κείμενο. Δεν δίνει εύκολες απαντήσεις ούτε παρουσιάζει τους χαρακτήρες μονοδιάστατα. Τους αντιμετωπίζει με χιούμορ, τρυφερότητα και κατανόηση.
Στον δεύτερο κύκλο από τις «Σέρρες», η ηρωίδα σας αποκαλύπτεται ως intersex άτομο. Πώς αντιδράσατε όταν διαβάσατε αυτή την εξέλιξη για τη θεία Σταματίνα; Κάνατε κάποια προσωπική έρευνα για να προσεγγίσετε τον ρόλο με μεγαλύτερη ακρίβεια;
Χάρηκα πολύ με αυτή την εξέλιξη, γιατί πάντα με ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες που αποκαλύπτουν μια βαθύτερη πλευρά του εαυτού τους. Δεν εννοώ, φυσικά, ότι το να είναι κάποιος intersex αποτελεί μια «ρωγμή». Η ρωγμή βρίσκεται στον τρόπο που η ίδια η Σταματίνα μεγάλωσε, κουβαλώντας μέσα της ένα κομμάτι του εαυτού της που δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να εκφράσει.
Φυσικά και έκανα έρευνα για να κατανοήσω τι σημαίνει πραγματικά ο όρος intersex. Ήθελα να ενημερωθώ όσο καλύτερα μπορούσα. Ωστόσο, ως ηθοποιός, περισσότερο με απασχόλησε πώς ένιωσε μεγαλώνοντας με αυτό το μυστικό, πώς επηρέασε τη ζωή και τις σχέσεις της και τι σημαίνει για εκείνη η στιγμή της αποκάλυψης. Εκεί εστίασα περισσότερο.
Με αφορμή την έξελιξη του ρόλου σας, διαπιστώθηκε πόσο λίγοι γνωρίζουν τι σημαίνει πραγματικά ο όρος «intersex». Σας εξέπληξε αυτή η άγνοια;
Όχι, δεν με εξέπληξε. Είναι φυσιολογικό να υπάρχουν πράγματα που δεν γνωρίζουμε. Άλλωστε κι εγώ η ίδια, πριν από τον ρόλο, δεν είχα πλήρη εικόνα για το τι σημαίνει ο όρος intersex και γενικότερα για πολλές έννοιες που αφορούν την ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Ωστόσο, αυτό που με εξέπληξε ήταν η ευκολία με την οποία κάποιοι απαντούν σε πράγματα που δεν γνωρίζουν. Είναι άλλο να μην ξέρεις κάτι και να θέλεις να το μάθεις, και άλλο να το κρίνεις ή να το αμφισβητείς χωρίς να έχεις ενημερωθεί. Πιστεύω ότι όταν υπάρχει άγνοια, η λύση είναι η γνώση και η επιστήμη έχει δώσει την απάντησή της.
Μία από τις αγαπημένες μου σκηνές στη δεύτερη σεζόν ήταν η στιγμή που η «θεία Σταματίνα» έκανε τον αναγραμματισμό στον όρο ΛΟΑΤΚΙ+. Πιστεύετε ότι σήμερα οι δημιουργοί νιώθουν μεγαλύτερη ελευθερία να συμπεριλαμβάνουν queer χαρακτήρες ή εξακολουθούν να φοβούνται τις αντιδράσεις;
Κι εγώ λάτρεψα αυτή τη σκηνή από την πρώτη στιγμή που τη διάβασα. Είναι εντυπωσιακό το πώς ο Γιώργος Καπουτζίδης μπορεί να παίζει με τις λέξεις και να δημιουργεί χιούμορ μόνο μέσα από το κείμενο. Γελούσα ήδη από την ανάγνωση, πριν καν ξεκινήσουμε τις πρόβες. Αυτό, για μένα, είναι σπουδαία γραφή. Σε ό,τι αφορά τους queer χαρακτήρες, έχω την αίσθηση ότι σήμερα οι δημιουργοί νιώθουν μεγαλύτερη ελευθερία να μιλήσουν γι' αυτά τα θέματα. Υπάρχει περισσότερος χώρος για ιστορίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ίσως να μην έφταναν τόσο εύκολα στην τηλεόραση ή στο θέατρο. Οι «Σέρρες», άλλωστε, μίλησαν ανοιχτά για πολλά ζητήματα με χιούμορ, ευαισθησία και σεβασμό και νομίζω ότι αυτό δείχνει πως τα πράγματα έχουν προχωρήσει.
Οι «Σέρρες» φαίνεται πως αποτέλεσαν σημείο καμπής στην πορεία σας. Νιώθετε ότι υπάρχει ένα «πριν» και ένα «μετά» στη ζωή και την καριέρα σας;
Ναι, είναι ακριβώς έτσι. Οι «Σέρρες» ήταν πραγματικά ένα σημείο καμπής στην πορεία μου. Η τηλεόραση έχει από τη φύση της μεγάλη δύναμη και μπορεί να φέρει έναν ηθοποιό πολύ πιο κοντά στον κόσμο. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια δουλειά του Γιώργου Καπουτζίδη, που έχει κερδίσει την αγάπη του κοινού. Σίγουρα υπάρχει ένα «πριν» και ένα «μετά». Όχι γιατί το «πριν» ήταν λιγότερο σημαντικό. Κάθε άλλο. Όλα όσα προηγήθηκαν ήταν αυτά που με οδήγησαν στις «Σέρρες» και με έφεραν έτοιμη σε αυτή τη συνάντηση. Απλώς αυτή η σειρά έγινε η αφορμή να με γνωρίσει περισσότερος κόσμος και να ανοίξουν νέοι δρόμοι στην επαγγελματική μου πορεία.
Σήμερα λέτε πιο εύκολα «όχι» σε προτάσεις απ' ό,τι πριν από λίγα χρόνια;
Ναι, πολύ πιο εύκολα. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι το «όχι» δεν είναι απαραίτητα μια άρνηση. Πολύ συχνά είναι ένα «ναι» σε κάτι άλλο που σε εκφράζει περισσότερο. Παλιότερα δυσκολευόμουν να το πω, ίσως γιατί φοβόμουν μήπως χάσω μια ευκαιρία. Σήμερα, όμως, βλέπω ότι όταν λες ένα συνειδητό «όχι», στην πραγματικότητα προστατεύεις τον εαυτό σου και αφήνεις χώρο για επιλογές που είναι πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά θέλεις. Και αυτή είναι μια πολύ μεγάλη ελευθερία.

Έχετε τελειώσει τη δραματική σχολή από το 1999. Έχετε πετύχει τους στόχους που θέσατε τότε;
Οι στόχοι μου έχουν αλλάξει πολλές φορές από τότε. Άλλα ονειρευόμουν όταν μπήκα στη δραματική σχολή και άλλα ονειρεύομαι σήμερα. Και θεωρώ πολύ υγιές να αλλάζουν οι στόχοι όσο μεγαλώνουμε και εξελισσόμαστε. Αν έλεγα ότι πέτυχα έναν βασικό στόχο, αυτός είναι ότι γνώρισα το θέατρο και συνεχίζω να το ανακαλύπτω κάθε μέρα. Αυτή η σχέση δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά εξελίσσεται συνεχώς, όπως εξελίσσεται και ο άνθρωπος.
Για μένα, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι να φτάσεις σε έναν συγκεκριμένο προορισμό, αλλά να μη σταματάς να εξελίσσεσαι. Αυτό είναι που μου έχει προσφέρει το επάγγελμά μου. Με έχει βοηθήσει να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου, αλλά και τους ανθρώπους γύρω μου. Και νομίζω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό για έναν ηθοποιό, γιατί η δουλειά μας είναι, πάνω απ' όλα, να παρατηρούμε και να κατανοούμε τον άνθρωπο. Η προσωπική εξέλιξη, λοιπόν, είναι μέρος της δουλειάς μας και ίσως ο πιο σημαντικός στόχος που μπορεί να έχει κανείς.
Η Ελλάδα καταγράφει κάθε χρόνο δεκάδες περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και γυναικοκτονιών. Πιστεύετε ότι έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα ή εξακολουθούμε να εκπλησσόμαστε κάθε φορά σαν να είναι ένα μεμονωμένο γεγονός;
Δυστυχώς, δεν πιστεύω ότι έχουμε μάθει πραγματικά να αντιμετωπίζουμε αυτό το πρόβλημα. Σήμερα υπάρχει πολύ περισσότερη ενημέρωση απ' ό,τι παλιότερα. Υπάρχουν βιβλία, εκπομπές, ειδικοί, γραμμές υποστήριξης και πολλές δομές στις οποίες μπορεί να απευθυνθεί ένας άνθρωπος που βιώνει βία. Η δική μου γενιά δεν είχε αυτές τις δυνατότητες. Παρ' όλα αυτά, θεωρώ ότι η ουσιαστική αλλαγή δεν έχει έρθει ακόμη. Και αυτό γιατί δεν αρκεί μόνο η ενημέρωση. Χρειάζεται προσωπική δουλειά από τον καθένα μας. Χρειάζεται να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τα τραύματά μας, να τα διαχειριζόμαστε και να μη τα μεταφέρουμε μέσα στις οικογένειές μας και στα παιδιά μας.
Πιστεύω επίσης ότι μας λείπει η συναισθηματική εκπαίδευση. Το σχολείο μάς μαθαίνει πολλά πράγματα, αλλά δεν μαθαίνει το πιο σημαντικό, δηλαδή, πώς να επικοινωνούμε, να διαχειριζόμαστε τον θυμό, να σεβόμαστε τα όρια του άλλου ή να χτίζουμε υγιείς σχέσεις. Το ίδιο ισχύει και για τους γονείς. Μακάρι να υπήρχαν περισσότερες δομές και περισσότερη υποστήριξη, γιατί κανείς δεν γεννιέται γνωρίζοντας πώς να μεγαλώσει ένα παιδί. Πιστεύω πως αν επενδύσουμε περισσότερο στην πρόληψη, στη συναισθηματική αγωγή και στην προσωπική εξέλιξη, θα μπορέσουμε σταδιακά να αλλάξουμε αυτή την πραγματικότητα. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσιαστική λύση.
Κλείνοντας τη συνέντευξή μας, τι σας δίνει ελπίδα για το μέλλον;
Αυτό που μου δίνει αισιοδοξία είναι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που επιλέγουν την αλληλεγγύη, την ενσυναίσθηση και την προσφορά αντί της βίας και του φόβου. Συγκινούμαι κάθε φορά που βλέπω ανθρώπους να βγαίνουν μπροστά για να στηρίξουν έναν συνάνθρωπό τους, να διεκδικούν έναν πιο δίκαιο κόσμο ή να ενώνονται για έναν κοινό σκοπό. Μπορεί να είναι μια μεγάλη κοινωνική κινητοποίηση, μπορεί όμως να είναι και μια μικρή, καθημερινή πράξη ανθρωπιάς. Αυτές οι στιγμές μου θυμίζουν ότι, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες, υπάρχει πάντα χώρος για το καλό.
Με συγκινούν ιδιαίτερα οι άνθρωποι που, την κρίσιμη στιγμή, δεν μένουν θεατές αλλά σπεύδουν να βοηθήσουν. Όπως όταν βλέπεις μια πολυκατοικία να φλέγεται και ανθρώπους να στέκονται από κάτω με τα χέρια απλωμένα, φωνάζοντας «είμαστε εδώ», για να σώσουν μια ζωή. Ή όταν βλέπεις διασώστες να δίνουν μάχη κάτω από τα χαλάσματα στη Βενεζουέλα, αψηφώντας τον κίνδυνο για να σώσουν αγνώστους.
Εκεί βλέπω την πιο όμορφη πλευρά της κοινωνίας μας. Το ίδιο αισθάνομαι όταν ακούω ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης, όπως ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ ή ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, να μιλούν με ανθρωπιά, σεβασμό και πίστη στις πανανθρώπινες αξίες, αντί να καλλιεργούν τη βία και τον διχασμό όπως γίνεται συνήθως. Γι' αυτό δεν θα έλεγα ότι νιώθω μόνο ελπίδα. Νιώθω αισιοδοξία για το μέλλον. Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν την αλληλεγγύη, τον σεβασμό και την ανθρωπιά, θα υπάρχει πάντα η δυνατότητα τα πράγματα να γίνουν καλύτερα.


