article background image

Ο Μιχάλης Βαλάσογλου ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που δεν χωρούν εύκολα σε μία μόνο ιδιότητα. Γεννημένος στην Αθήνα, στην Πλατεία Βικτωρίας, στο σπίτι μιας γιαγιάς «που έραβε γούνες», μεγάλωσε μέσα σε εικόνες, ήχους και χειροποίητες λεπτομέρειες. Σπούδασε κλασική φιλολογία, βυζαντινή μουσική, πιάνο και ζωγραφική, πριν αφοσιωθεί στην υποκριτική και στον σύγχρονο χορό, χαράσσοντας από το 2009 μια σταθερή, ήσυχη αλλά ουσιαστική καλλιτεχνική πορεία. Ζωγραφίζει, χορεύει, παίζει μουσική και υποδύεται ρόλους με την ίδια φυσικότητα, βρίσκοντας στις τέχνες μια μόνιμη πηγή χαράς και ένα καταφύγιο, ακόμη και στις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής του, τις οποίες – όπως λέει – σπάει σε μικρά κομμάτια για να μπορεί να τις διαχειρίζεται.

Πολυτάλαντος χωρίς επίδειξη, αγόγγυστος, χαρισματικός και ταυτόχρονα βαθιά γήινος, ο Μιχάλης Βαλάσογλου είναι από εκείνους τους ανθρώπους που σε κερδίζουν με την απλότητά τους. Γλυκός και συνεσταλμένος, αλλά την ίδια στιγμή επικοινωνιακός και διακριτικός, αποπνέει μια σπάνια ποιότητα. Αυτήν του ανθρώπου «από καλή πάστα», που θέλεις να έχεις στην παρέα σου και να τον παρακολουθείς στη σκηνή και στην οθόνη.

Αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Στην Εξοχή» του Martin Crimp, σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου, στο θέατρο Αποθήκη. Ένα έργο πυκνό και αινιγματικό, όπου μια οικογενειακή εξοχική κατοικία μετατρέπεται σε πεδίο αστάθειας, αποκαλύψεων και υπόγειων συγκρούσεων, ακουμπώντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην τάξη και το χάος, την οικειότητα και την απειλή. Παράλληλα, ετοιμάζεται να τον γνωρίσει και το τηλεοπτικό κοινό μέσα από τη νέα σειρά του Alpha «Μπαμπά, σ’ αγαπώ», όπου υποδύεται τον Νίκο. Εναν πατέρα που ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και σε μια νέα αρχή, προσπαθώντας να κρατήσει τις ισορροπίες σ' ένα τεντωμένο σχοινί σχέσεων, ευθυνών και συναισθημάτων.

Με αφορμή τις δύο αυτές δουλειές, ο Μιχάλης Βαλάσογλου μιλάει στο ethnos.gr για τις ρωγμές που ανοίγουν στις σχέσεις όταν η πίεση της καθημερινότητας γίνεται αφόρητη, για τα ψέματα που λέμε πρώτα στον εαυτό μας, για τη βία που συχνά κρύβεται στον λόγο μας, αλλά και για την ψευδαίσθηση της επικοινωνίας σε μια εποχή όπου «αλληλεπιδρούμε περισσότερο με μηχανές παρά μεταξύ μας».

Σε ποια σημεία πιστεύετε ότι η παράσταση «φωτογραφίζει» τις σημερινές σχέσεις;

Οι δυναμικές που αναπτύσσονται ανάμεσα στους ήρωες είναι διαχρονικές, δεν περιορίζονται στο σήμερα. Πιεζόμαστε πολλαπλώς κοινωνικά, είναι αναμενόμενο οι εντάσεις να μεταφέρονται και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Η πίεση που ασκούν οι δομές στους ανθρώπους δεν είναι κάποιο σφάλμα, είναι συστατικό τους, είτε μιλάμε για την οικογένεια, είτε για την εργασία, είτε για τον δημόσιο χώρο. Είναι το κόστος του πολιτισμού. Και γι’ αυτό ο διάλογος και η ζύμωση δεν θα σταματήσουν ποτέ, τόσο στους δρόμους, όσο και μέσα στους τοίχους ενός σπιτιού.

Πώς θα συστήνατε τον Ρίτσαρντ σε κάποιον που δεν έχει δει ακόμα την παράσταση; Είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι κάνει το σωστό ή που ξέρει ακριβώς τι κάνει;

Ο Ρίτσαρντ, ως γιατρός, θα έλεγα ότι δεν είναι απλώς εκπαιδευμένος να κάνει το σωστό, είναι υποχρεωμένος βάσει δεοντολογίας. Ο χαρακτήρας είναι εμπνευσμένος από το πρότυπο ενός GP στην Αγγλία, ενός γενικού γιατρού με χιλιάδες ασθενείς στην ευθύνη του. Είναι ευσυνείδητος, δεν θα αρκούνταν στο ελάχιστο, άρα μιλάμε για έναν άνθρωπο που εργάζεται υπό εξαντλητικές συνθήκες. Έχει, βέβαια, καταφύγει σε ανορθόδοξες μεθόδους για ν' αντέξει, ωστόσο ακόμα και τα λάθη του τα κάνει με «σωστό τρόπο», με την ακρίβεια και την ασφάλεια που θα τα έκανε ένας γιατρός. Θεωρώ ότι ξέρει ακριβώς τι κάνει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του είναι υποχρεωμένοι να τον συμμεριστούν και να τον δικαιολογήσουν. Δεν αναμετρώμαστε μόνο με τις επιλογές μας, αλλά και με το τυχαίο και με τον Άλλον.

Ο ήρωας σας προσφέρει στέγη σε μία νεαρή γυναίκα. Είναι η πράξη του αλτρουιστική ή βαθιά εγωιστική;

Είναι και τα δύο. Ιδιοσυγκρασιακά, έχει ιδιαίτερα αυξημένη την αίσθηση του καθήκοντος, θα προσέφερε τη βοήθειά του σε οποιονδήποτε τη χρειαζόταν. Το να φέρει, βέβαια, τη συγκεκριμένη γυναίκα στο σπίτι του, είναι η πιο «ασφαλής» και συμφέρουσα επιλογή μάλλον για τον ίδιο, παρά για οποιονδήποτε άλλον.

«Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η επικοινωνία έχει βελτιωθεί, ενώ συμβαίνει το αντίθετο» λέει ο Μιχάλης Βαλάσογλου (Copyright: Ελίνα Γιουνανλή)

Πώς θα περιγράφατε τη σχέση του με την Κορίν πριν την άφιξη της Ρεβέκκας;

Με την Κορίν έχουν περάσει προ πολλού τον πρώτο ενθουσιασμό. Σίγουρα δεν έχουν εγκαταλείψει τη σχέση και τη φροντίδα των παιδιών τους, ωστόσο η μετακόμισή τους «Στην Εξοχή» υπονοείται πως έχει προκύψει από μία προσπάθεια επανεκκίνησης. Οπότε ως ζευγάρι, κουβαλούν ήδη στην πλάτη τους μία μεγάλη ρήξη.

Πώς εκφράζεται η βία στο έργο; Μέσα από πράξεις ή μέσα από τον λόγο;

Είναι κυρίως ψυχολογική και σε λίγες στιγμές φτάνει να γίνει και σωματική. Οι ήρωες προσπαθούν να κρατηθούν στα όρια του κοινωνικά αποδεκτού, αλλά δεν τα καταφέρνουν.

Πιστεύετε ότι οι ήρωες λένε ψέματα στους άλλους ή κυρίως στον εαυτό τους;

Κανένα ψέμα δεν είναι αρκετά πειστικό, αν δεν το έχεις υποβάλλει πρώτα στον εαυτό σου.

Η γλώσσα του Κριμπ είναι κοφτή, υπαινικτική, γεμάτη παύσεις. Πόσο απαιτητικό είναι αυτό για έναν ηθοποιό;

Δεν είναι ιδιαίτερα, εννοώ ότι δεν είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε σε κάθε περίπτωση. Κάποιες φορές πρέπει ν' αφήνεσαι να παρασυρθείς και άλλες να αντιστέκεσαι. Όταν υπάρχει επικοινωνία επί σκηνής, ο ρυθμός φτιάχνεται από κοινού και στην παράστασή μας είναι καταιγιστικός, επομένως οι σιωπές γίνονται αναπόφευκτα εκκωφαντικές και κομμάτι της δραματουργίας. Είναι μία σκηνική συνθήκη που μου θυμίζει μουσική.

Το έργο «Στην Εξοχή» του Βρετανού συγγραφέα Martin Crimp, παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία της Αικατερίνης Παπαγεωργίου, στο θέατρο Αποθήκη με τους: Μιχάλη Βαλάσογλου, Κίττυ Παϊταζόγλου και Μαρία Κυρώζη (Copyright: Ελίνα Γιουνανλή)

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι επικοινωνούν όλο και λιγότερο. Το βλέπετε κι εσείς αυτό γύρω σας;

Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι επειδή είναι όλοι πλέον προσβάσιμοι, είτε πρόκειται για τους δικούς μας ανθρώπους, είτε για τελείως αγνώστους, πως η επικοινωνία έχει βελτιωθεί, ενώ συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Το χυδαίο «όλα, τώρα» της διαφήμισης, του ακραίου καπιταλιστικού λόγου, στην πραγματικότητα είναι τις περισσότερες φορές ένα μεγαλοπρεπές «τίποτα, ποτέ». Έχουμε φτάσει ν' αλληλεπιδρούμε πολύ περισσότερο με μηχανές, παρά μεταξύ μας, είναι σχεδόν κυριολεκτικά νοσογόνο. Πρέπει ν' αντισταθούμε και δεν είναι εύκολο, γιατί οι αλγόριθμοι και εσχάτως τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι φτιαγμένα για να κολακεύουν και να επαληθεύουν τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις μας, είναι εμπορικός ο λόγος, δεν χρειάζεται εξήγηση. Όταν επιβεβαιώνουμε με κάθε δυνατό τρόπο τον εαυτό μας, πώς θ' ανοιχτούμε στην ετερότητα, στον Άλλον, για να επικοινωνήσουμε; Η βασική μας λειτουργία ατροφεί.

Η σκηνοθετική ματιά της Αικατερίνης Παπαγεωργίου δίνει έντονο βάρος στο σώμα. Πώς λειτούργησε αυτό για σας;

Νιώθω οικεία σ’ αυτήν την περιοχή. Δεν κάνουμε «σωματικό θέατρο», να το διευκρινίσω. Διερευνούμε την περιοχή ενός, ας μου επιτραπεί, «λοξού ρεαλισμού». Κάποιες φορές μεταπηδάμε από τον ρεαλισμό στο συμβολισμό και μετά σε πιο ποιητικές εικόνες. Το σώμα είναι ούτως ή άλλως μέσο αφήγησης από μόνο του, στην περίπτωσή μας, λίγο παραπάνω. Έχω δουλέψει πολλά χρόνια σε θέατρο φόρμας και μ' ενδιαφέρει αυτή η γλώσσα, ανοίγει πάντα έναν ωκεανό από επιλογές. Εκεί που οι λέξεις δεν αρκούν, το σώμα αναπληρώνει.

Τηλεοπτικά θα σας δούμε σε μερικές ημέρες στη νέα σειρά «Μπαμπά, σ’ αγαπώ» του ALPHA. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε «ναι»;

Οι άνθρωποι και η αισθητική τους. Δεν έχω γνωρίσει ούτε έναν που να μην μ' ενδιαφέρει με κάποιον τρόπο το πώς κάνει τη δουλειά του, σε όποιο πόστο κι αν είναι. Είναι η πρώτη μου μεγάλη τηλεοπτική δουλειά, επομένως είχε σημασία. Από τις πρώτες αναγνώσεις με τους σκηνοθέτες και τους συναδέλφους κατάλαβα ότι επικοινωνούμε και πως αυτό που έχουμε να πούμε με αφορά. Είμαι τυχερός, είναι όλοι διαμάντια.

Ο Νίκος είναι τελικά ο «τέλειος» οικογενειάρχης ή ένας άνθρωπος που προσπαθεί απλώς να τα καταφέρει;

Καθόλου τέλειος. Είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ελαττώματα και αρετές, όπως όλοι μας. Ένας πάρα πολύ στοργικός πατέρας, που ως σύντροφος προσπαθεί να πλοηγηθεί, όπως μπορεί, μέσα στο χάος των σχέσεων. Το μεγαλύτερο κουσούρι του είναι ότι θέλει να τους έχει όλους ευχαριστημένους και αυτό εννοείται ότι έρχεται μ' ένα κόστος.

Ο ήρωάς σας ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και σε μια νέα αρχή. Πόσο οικείο σου είναι αυτό το δίλημμα;

Νομίζω όλοι έχουμε καλή προϋπηρεσία σ’ αυτό το κομμάτι. Δεν αφορά μόνο στις ερωτικές σχέσεις, είναι ο κύκλος της ζωής. Σπανίως αμφιταλαντεύομαι σε τέτοια πράγματα, όταν κάτι τελειώνει μέσα μου, το αποδέχομαι και προχωράω.

Οι πρωταγωνιστές (Αναστάσης Ροϊλός και Βασίλης Μηλιώνης) είστε πολύ διαφορετικοί. Πώς «δένει» αυτό στη μεταξύ σας χημεία;

Καθένας από τους χαρακτήρες έχει το δικό του back ground, οπότε κάθε συνδυασμός βγάζει άλλες ποιότητες. Και οι τρεις φέρνουμε στην παρέα αυτό που λείπει από τον άλλον. Υπάρχει και σύγκρουση και σύμπνοια, αλλά πάνω απ’ όλα έρχεται η αγάπη για τα παιδιά και του ενός για τον άλλον.

Τι θεωρείτε ότι φέρνει το σενάριο του Γιώργου Φειδά διαφορετικό σε σχέση με άλλες οικογενειακές σειρές;

Ειλικρίνεια και ευαισθησία, εκεί που στερεοτυπικά δεν θα ήταν αναμενόμενο.

«Όταν κάτι τελειώνει μέσα μου, το αποδέχομαι και προχωράω» λέει ο Μιχάλης Βαλάσογλου (Copyright: Ελίνα Γιουνανλή)

Πώς βιώνετε την καλλιτεχνική σας διαδρομή τα τελευταία χρόνια; Νιώθετε ότι έχει έρθει μια περίοδος ωριμότητας – και αν ναι, πώς εκφράζεται αυτό στη δουλειά σας;

Με νοιάζει πολύ η δουλειά, δεν έχω μπει ποτέ σε πρότζεκτ ελαφρά τη καρδία. Όλες οι συνεργασίες έχουν κάτι να σου μάθουν, είτε με τον εύκολο, είτε με τον δύσκολο τρόπο. Όσο περνάνε τα χρόνια, αποκτάς κριτήριο και διαμορφώνεις μια αισθητική, καταλαβαίνεις λίγο πιο γρήγορα τι σου αρέσει και τι να αποφεύγεις.

Όταν νιώθετε ψυχολογική πίεση, πού βρίσκετε τις δικές σας «ανάσες» ζωής; Έχετε έναν δικό σας τόπο ηρεμίας;

Έχω τη ζωγραφική, τη μουσική, τα βιβλία και τις βόλτες με τους φίλους μου.