article background image

«Ξέρετε ποια είναι η ασθένεια της τρίτης ηλικίας; Η σύνταξη! Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να "νοσήσω"». Η Ακριβή Σκαπετοράχη είναι 67 ετών και η απάντησή της έρχεται σχεδόν αμέσως όταν τη ρώτησα γιατί αποφάσισε να μπει σε ένα πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και να δοκιμάσει κάτι καινούργιο σε αυτή τη φάση της ζωής της. «Είχα παρακολουθήσει παλαιότερα μια παράσταση του "Κιθάρα Express", ενθουσιάστηκα και είπα ότι αυτό μου αρέσει και θέλω να το κάνω. Σε έναν άνθρωπο της ηλικίας μου που πιστεύει ότι είναι πια αργά, θα έλεγα ότι ποτέ δεν είναι αργά για να κάνουμε πράγματα που στην μέχρι τώρα πορεία μας δεν καταφέραμε να πραγματοποιήσουμε λόγω των συνθηκών. Τώρα έχουμε και τον χρόνο και άπειρες επιλογές».

Λίγες ημέρες πριν από τις δύο παραστάσεις του «Έρωτά μου αγιάτρευτε: Ένα ραντεβού με την ιστορία» στο Ολύμπια Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», τη βρίσκω μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας στην πρόβα. Εδώ οι ηλικίες ξεκινούν από τα 65 και ανεβαίνουν. Μερικοί συμμετέχουν στο πρόγραμμα εδώ και χρόνια, άλλοι μπήκαν από περιέργεια, κάποιοι στην αρχή φοβήθηκαν την έκθεση και άλλοι χρειάστηκαν χρόνο μέχρι να αισθανθούν ότι μπορούν να τραγουδήσουν, να κινηθούν και να μιλήσουν για προσωπικά κομμάτια της ζωής τους μπροστά στους υπόλοιπους.

Στο κέντρο βρίσκεται η δεκαετία του ’80. Μόνο που εδώ τα ’80s δεν αντιμετωπίζονται σαν μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες και νοσταλγικές εικόνες. Ένα τραγούδι μπορεί να οδηγήσει σ' έναν έρωτα, σε μια πολιτική συγκέντρωση, σε μια συναυλία στον Λυκαβηττό, σε μια παλιά γειτονιά, στα θερινά σινεμά ή σε εκείνη την περίοδο της ζωής κατά την οποία πολλά έμοιαζαν ακόμη ανοιχτά. Η παράσταση είναι το αποτέλεσμα του «Ραντεβού», του προγράμματος για ανθρώπους 65+ των Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Δράσεων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Για οκτώ μήνες, οι συμμετέχοντες συναντιούνταν, τραγουδούσαν, κινούνταν, θυμούνταν και έφερναν προσωπικές ιστορίες από μια εποχή που οι περισσότεροι έζησαν ως ενήλικες. Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούνιο στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ και τώρα επιστρέφει για δύο ακόμη παραστάσεις στις 23 Οκτωβρίου.

Η ιδέα πίσω από την παράσταση

Όταν ξεκίνησαν οι πρώτες συναντήσεις, ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, που έχει τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία, δεν είχε μια έτοιμη παράσταση την οποία οι συμμετέχοντες θα καλούνταν απλώς να ακολουθήσουν. Η τελική μορφή προέκυψε μέσα από το υλικό που έφερναν οι ίδιοι. «Υπήρχαν κάποια ψήγματα ιδεών, αλλά η ουσία της παράστασης διαμορφώθηκε μέσα από τις συναντήσεις μας με τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες στο πρόγραμμα. Το υλικό που προέκυψε μας έδειξε στη συνέχεια τις βασικές γραμμές της παράστασης. Είχαμε εξαρχής ορίσει ότι αυτό το υλικό θα προέκυπτε από τη δεκαετία του 1980 και τελικά αυτό διαμόρφωσε και το περιεχόμενό της».

Αλέξανδρος Ευκλείδης (Copyright: Γ. Αντώνογλου)

Η επιλογή των ’80s δεν ήταν τυχαία. Ο Ευκλείδης ήθελε να μιλήσει για μια εποχή που τα μέλη της ομάδας έζησαν έχοντας ήδη μπει στην ενήλικη ζωή τους. «Αυτό που με ενδιέφερε εξαρχής, και για λόγους προσωπικούς, ήταν να μιλήσουμε για μια εποχή την οποία οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες έζησαν ως ενήλικες, ως άνθρωποι που είχαν ή αποκτούσαν δουλειές, οικογένειες, σπίτια, περιουσία. Δεν ήθελα μια παράσταση για τη νεότητα, αλλά μια παράσταση για τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής των ανθρώπων. Ταυτόχρονα, επειδή εγώ έζησα τη δεκαετία του ’80 ως παιδί, ήθελα να επιστρέψω και στις δικές μου αναμνήσεις και να τις αντιπαραβάλω με εκείνες των ανθρώπων του εργαστηρίου».

Τα μεγάλα γεγονότα της εποχής υπάρχουν, χωρίς να μετατρέπουν την παράσταση σε ένα μάθημα Ιστορίας. «Δεν μας ενδιέφεραν τα μεγάλα γεγονότα της δεκαετίας παρά μόνο ως προς τον απόηχό τους στην προσωπική ζωή των ανθρώπων. Βάση όλων ήταν η μουσική. Άλλωστε, το πρώτο που σκέφτηκα όταν μου προτάθηκε το εργαστήριο ήταν ο τίτλος. Αμέσως πρότεινα το "Έρωτά μου αγιάτρευτε", που σύντομα συμπληρώθηκε από το "Ένα ραντεβού με την ιστορία". Ο έρωτας και η πολιτική είναι οι δύο πυλώνες της παράστασης».

Τα τραγούδια δεν επιλέχθηκαν από μια λίστα

Τη μουσική διεύθυνση έχει η Κική Κέρζελη, η οποία βρίσκεται εδώ και χρόνια κοντά στην ομάδα. Η σχέση της ξεκινά από το «Κιθάρα Express» και συνεχίζεται τώρα με το «Ραντεβού». Τα τραγούδια της παράστασης δεν προέκυψαν από μια έτοιμη λίστα με τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας. «Συνήθως είναι ένας συνδυασμός. Υπάρχει μια αρχική μουσική κατεύθυνση, η οποία φέτος σχετιζόταν με επιτυχίες και χαρακτηριστικά τραγούδια της δεκαετίας του ’80, ενώ παράλληλα ενθαρρύνουμε τα μέλη της ομάδας να φέρνουν τραγούδια, ακούσματα και αναμνήσεις που αποτελούν πολύτιμο υλικό για εκείνους και για τη δουλειά μας».

Αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο ήταν οι ιστορίες πίσω από τα τραγούδια. «Με αφετηρία τη μουσική και την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’80, μας ενδιέφερε να ανακαλύψουμε όχι μόνο τα τραγούδια που αγαπήθηκαν εκείνη την εποχή, αλλά και τις ιστορίες που κουβαλούν, τους ανθρώπους με τους οποίους τα συνδέσαμε, τις στιγμές που τα ακούσαμε, τα συναισθήματα που μας προκάλεσαν και μας προκαλούν μέχρι σήμερα. Η επιλογή των τραγουδιών έγινε μια διαδικασία συνδιαμόρφωσης, μέσα από την οποία η προσωπική μνήμη και η προσωπική εμπειρία συναντούν όσα έχουν ζήσει οι υπόλοιποι και αποκτούν νέα ζωή πάνω στη σκηνή».

Ένα από τα κομμάτια που απέκτησαν ξεχωριστή θέση είναι η «Συχνότητα» του Σταμάτη Κραουνάκη και του Κώστα Τριπολίτη. «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη αν ισχύει αυτό ή αν πρόκειται για δική μου προβολή, αλλά έχω αυτή την αίσθηση για τη "Συχνότητα". Έχει γίνει κάτι σαν "ύμνος", κάτι σαν το τραγούδι της ομάδας μας για τη φετινή χρονιά, καθώς αποτελεί μια κομβική στιγμή σύνδεσης της ομάδας. Και είναι κάπως παράδοξο, γιατί δεν μιλάμε για ένα ενωτικό τραγούδι. Μιλάμε για μια ρωγμή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους». Προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί συνέβη αυτό, καταλήγει σε κάτι που αφορά λίγο πολύ όλους. «Μάλλον όλοι μας κουβαλάμε κάποια εμπειρία που σχετίζεται με αυτή την αντίφαση ανάμεσα στην έλξη και στη δυνατότητα συνύπαρξης δύο ανθρώπων. Είναι κάτι που πιθανότατα όλοι έχουμε συναντήσει στη ζωή μας, να μην εκπέμπουμε στην ίδια συχνότητα με τον άλλο. Και κάπως έτσι συνεχίζω να ελπίζω πως μέσα στην ομάδα εμείς συνεχίζουμε να εκπέμπουμε στην ίδια συχνότητα».

«Έρωτά μου αγιάτρευτε: ένα ραντεβού» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Copyright: Γ. Αντώνογλου)

Βιβή Κοκώνα: «Πρώτη φορά ασχολιόμουν με εμένα»

Η Βιβή Κοκώνα είναι 76 ετών και η σχέση της με αυτά τα προγράμματα ξεκίνησε όταν συνταξιοδοτήθηκε. Έπειτα από χρόνια γεμάτα υποχρεώσεις, ξαφνικά βρέθηκε με χρόνο που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. «Συνταξιοδοτήθηκα το 2015 - 2016 και μετά από δεκαοκτώ ώρες δουλειάς την ημέρα ήμουν χαμένη στο κενό. Δεν μπορούσα να καθίσω άπραγη. Έπρεπε κάτι να κάνω, να γεμίσω τις ώρες μου, γιατί σαν άνθρωπος υπέφερα αν καθόμουν. Γι’ αυτό έψαχνα να βρω κάτι να ασχοληθώ, οτιδήποτε. Και σε κάποιον που πιστεύει ότι είναι αργά θα έλεγα όχι. Δεν είναι ποτέ αργά, αρκεί να το αποφασίσει και να ξεκινήσει».

Από την πρώτη εκείνη συνάντηση θυμάται κυρίως μια συνειδητοποίηση. «Αυτό που διαπίστωσα ήταν ότι πρώτη φορά ασχολιόμουν με μένα. Όλα μου τα χρόνια, μεγαλώνοντας δύο παιδιά και δουλεύοντας, δεν έζησα για μένα. Ό,τι ήθελα να κάνω δεν μπορούσα, γιατί δεν μου το επέτρεπαν οι ώρες, γιατί έπρεπε να μεγαλώσω τα παιδιά, έπρεπε να δουλέψω, είχα υποχρεώσεις, είχα πράγματα που έπρεπε να πληρωθούν. Για μένα δεν υπήρχε χρόνος. Και όταν πρωτοήρθα στην Καλλιθέα και αρχίσατε να μας ρωτάτε πράγματα, τότε αντιμετώπισα εμένα, τον εαυτό μου». Η μουσική, πάντως, υπήρχε πάντα στη ζωή της. «Όλα τα τραγούδια με ταξιδεύουν, γιατί πάντα, όσο κι αν δούλευα, είχα το ραδιόφωνο ανοιχτό. Δεν μου έλειπε ποτέ η μουσική από τα αυτιά μου. Όταν αργότερα έγινα ελεύθερη επαγγελματίας και είχα τον δικό μου χώρο, το ραδιόφωνο δούλευε συνέχεια. Άκουγαν και τα παιδιά που δούλευαν μαζί μου. Πάντα υπήρχε ένα ραδιόφωνο».

Από τη δεκαετία του ’80 εκείνο που της λείπει περισσότερο δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο μέρος ή μια μορφή διασκέδασης. Είναι η αίσθηση ασφάλειας. «Τότε αισθανόμουν περισσότερο ασφαλής σαν άνθρωπος. Μπορεί να έχει σχέση και με την ηλικία μου, επειδή ήμουν νεότερη, αλλά δεν φοβόμουν. Δεν μου στεκόταν τίποτα μπροστά μου. Παρότι είχα μεγαλύτερη οικονομική δυσκολία, μεγάλωνα παιδιά, δούλευα ταυτόχρονα και δεν είχα προσωπικό χρόνο, ένιωθα μεγαλύτερη ασφάλεια. Σήμερα αυτό μου λείπει. Βλέπω ότι στους δρόμους δεν προσέχουν, μου έχουν κάνει επανειλημμένα τηλεφωνήματα για να με εξαπατήσουν και έχω φτάσει στο σημείο να μη σηκώνω ένα τηλέφωνο αν δεν γνωρίζω τον αριθμό». Από την άλλη, υπάρχει κάτι από το σήμερα που χαίρεται ιδιαίτερα. «Χαίρομαι γιατί έμαθα τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και έχει μεγαλώσει πολύ το πεδίο των γνώσεών μου. Το κυνηγάω. Όπου μπορώ να μάθω, όπου μπορώ να παρακολουθήσω μαθήματα, πηγαίνω. Αυτό με ευχαριστεί, γιατί μπορώ ακόμη και μέσα από το σπίτι μου να ταξιδέψω, να μπω σε ιστοσελίδες του εξωτερικού, να μάθω πράγματα που παλιότερα δεν μπορούσα».

Ακριβή Σκαπετοράχη: «Νομίζαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο»

Η Ακριβή Σκαπετοράχη θυμάται πολύ καλά τον φόβο της έκθεσης στην αρχή. «Μπαίνοντας στο πρόγραμμα, θυμάμαι πολύ καλά ότι το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν να "εκτεθώ". Τώρα, μετά από τόσο καιρό, δεν με φοβίζει καθόλου το πόσο θα "τσαλακωθώ". Σε αυτή την ηλικία δεν με νοιάζει καθόλου ποιος και πώς θα με κρίνει, αρκεί να απολαμβάνουμε αυτό που κάνουμε με την ομάδα μου». Αν πρέπει να διαλέξει ένα τραγούδι που την πηγαίνει κατευθείαν πίσω, επιλέγει το «"Κόκκινο Γαρύφαλλο", τότε που νομίζαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο». Από εκείνη την εποχή κρατά πράγματα που της λείπουν, αλλά και αλλαγές που θεωρεί σημαντικές. «Αυτό που μου λείπει πραγματικά είναι το πόσο εύκολα και ουσιαστικά επικοινωνούσαμε οι άνθρωποι μεταξύ μας. Από την άλλη, χαίρομαι που δεν υπάρχουν πλέον "κλειστά στόματα". Οι άνθρωποι επιτέλους μπορούν να μιλήσουν, να εκφραστούν, να απαιτήσουν».

«Έρωτά μου αγιάτρευτε: ένα ραντεβού» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Copyright: Γ. Αντώνογλου)

Η Καίτη Γιουβάννου είναι 84 ετών. Η λέξη που επαναλαμβάνει όταν μιλά για το πώς ξεκίνησε είναι η περιέργεια. «Η περιέργειά μου με ώθησε. Όταν είδα κάτι για το "Κιθάρα Express", από περιέργεια μπήκα μέσα να δω τι είναι. Είμαι περίεργη και μου αρέσει να ανακαλύπτω άλλα πράγματα και να μαθαίνω άλλα πράγματα. Σε έναν άνθρωπο της ηλικίας μου που αισθάνεται ότι είναι αργά για μια νέα αρχή, θα προσπαθούσα να τον πείσω να αλλάξει. Γιατί είναι σε λάθος δρόμο». Η πρώτη επαφή της με το πρόγραμμα της έμεινε έντονα. «Ένιωσα πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Ήταν πρωτόγνωρο αυτό το πράγμα. Σαν υπήρχε ήδη κάπου μέσα μου και να βγήκε κάποια στιγμή. Η επαφή με τον κόσμο, η αλληλεπίδραση, η καταπληκτική δασκάλα, η μεταδοτικότητα και η υπομονή της, όλα αυτά με μάγεψαν».

Το τραγούδι που την πηγαίνει πίσω είναι το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας». «Με πηγαίνει στα χρόνια μου, στον τρόπο που διασκεδάζαμε. Πηγαίναμε όπου είχε ωραία μουσική. Σε μπαρ, σε συναυλίες. Το Λυκαβηττό, καταρχήν, τον έχω χτίσει. Με την παρέα μου σχεδόν σε όλες τις συναυλίες του Λυκαβηττού είχα πάει. Έχω δει πολλά». Αν υπάρχει κάτι που της λείπει, είναι το γλέντι. Την ίδια στιγμή βλέπει πόσο πολύ έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι. «Έχει αλλάξει ο κόσμος. Οι νέοι θα βρουν τον δρόμο τους, γιατί ψάχνονται κι αυτοί όπως ψαχνόμασταν κι εμείς. Αλλά τώρα, όπως το αντιλαμβάνομαι, έχει ξεφύγει λίγο το πράγμα. Με όλη αυτή την οθόνη μπροστά στα μάτια τους είναι κουραστικό ακόμη και να τους βλέπεις και δεν ξέρω κατά πόσο επικοινωνούν. Έχουν μάθει να βλέπουν τον κόσμο μέσα από μια οθόνη. Το βλέπεις ακόμη και στις συναυλίες, που βρίσκονται εκεί και έχουν συνέχεια το κινητό μπροστά τους. Δεν συμμετέχουν πραγματικά, δεν έχουν αλληλεπίδραση με αυτό που γίνεται γύρω τους».

Όταν η συζήτηση πηγαίνει στις αλλαγές μιας κοινωνίας, η ίδια είναι επιφυλακτική απέναντι σε ό,τι γίνεται απότομα. «Ό,τι αλλάζει πρέπει να το κατακτά ο άνθρωπος. Μια μεγάλη αλλαγή που γίνεται ξαφνικά μόδα και την ακολουθούν όλοι δεν μου αρέσει. Θεωρώ ότι η αλλαγή πρέπει να γίνεται σιγά σιγά, να ξεκινά από μέσα σου και μετά να περνά γύρω σου. Έτσι αλλάζει τελικά και η κοινωνία».

Η γειτονιά, τα θερινά σινεμά και το γιασεμί

Η Ελένη Μάντζαρη, 75 ετών, μπήκε στο πρόγραμμα σχεδόν στα τυφλά. «Δεν ήξερα ακριβώς το περιεχόμενο του συγκεκριμένου προγράμματος. Από περιέργεια και σίγουρη ότι η ΕΛΣ θα κάνει ενδιαφέρουσες δραστηριότητες αποφάσισα να συμμετέχω. Αφού το παρακολούθησα, ήμουν τρισευτυχισμένη και μετά από κάθε συνάντηση περίμενα με αγωνία και χαρά την επόμενη». Σιγά σιγά, όπως λέει, οι άνθρωποι που στην αρχή ήταν άγνωστοι άρχισαν να έρχονται πιο κοντά. «Η πρώτη μέρα ήταν αναγνωριστική. Στη συνέχεια αισθανόμουν ότι καθημερινά γινόμασταν οικογένεια και ειδικά με κάποια από τα μέλη αισθανόμουν πολύ κοντά. Και πραγματικά θαυμάζω τα παιδιά που συντόνισαν όλο αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Τώρα νιώθω χαρά, χαρά, χαρά και ευγνωμοσύνη που το έζησα όλο αυτό. Νομίζω ότι το εκφράζω και στη σκηνή, όταν λέω ότι πάω για τρέλες στις Σεϋχέλλες».

«Έρωτά μου αγιάτρευτε: ένα ραντεβού» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Copyright: Γ. Αντώνογλου)

Για εκείνη, τα «Θερινά Σινεμά» ξυπνούν πολύ συγκεκριμένες εικόνες. «Το τραγούδι που με ταξιδεύει είναι τα "Θερινά Σινεμά", γιατί τα έζησα από την παιδική μου ηλικία με τα όμορφα λουλούδια και τα αρώματα από το αγιόκλημα και το γιασεμί που έρχονταν και από τις αυλές των σπιτιών». Εκείνο που της λείπει περισσότερο είναι όσα υπήρχαν γύρω από αυτές τις αυλές. «Αυτό που μου λείπει είναι η γειτονιά, οι σχέσεις, οι δεσμοί με τους γείτονες, τους φίλους, ακόμη και με τους συγγενείς. Υπάρχει πολλή αποξένωση και ένα κλείσιμο του καθενός στα δικά του. Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες».

Ο Γιάννης Καλλέργης βλέπει το πρόγραμμα σαν έναν τρόπο να ξεφύγει κανείς από την ακινησία που μπορεί εύκολα να φέρει η συνταξιοδότηση. «Οι άνθρωποι που δημιούργησαν όλο αυτό μας έβαλαν στη διαδικασία να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι που τελικά μας άρεσε και εξακολουθεί να μας αρέσει. Δεν υπάρχει τέλος, αν θέλεις να συμμετέχεις σε καταστάσεις που σε βγάζουν από την καθημερινότητα της σύνταξης, του αράγματος και του τέλματος. Υπάρχει τελικά αστείρευτη ενέργεια, ακόμη και τώρα. Έρωτες, πολιτική, διασκέδαση, ίντριγκες, τώρα είναι που σε εξιτάρουν να τα θυμάσαι».

Και όταν η κουβέντα πηγαίνει στο αν είναι αργά για κάτι καινούργιο, η απάντησή του είναι ξεκάθαρη. «Ποτέ δεν είναι αργά να συμμετάσχεις σε κάτι ανανεωτικό, σε κάτι που σε φέρνει πέρα από την καθημερινότητά σου και σου δίνει ζωή. Να σκεφτείς ότι υπάρχει συνέχεια στη δημιουργία, στη διασκέδαση, στην απόλαυση». Στην αρχή, πάντως, υπήρχε δισταγμός. «Ξεκινήσαμε διστακτικά, μη γνωρίζοντας τι μέλλει γενέσθαι. Με το πέρασμα των ημερών, όμως, και με τη φοβερή ενέργεια που μας έδιναν οι άνθρωποι του προγράμματος, μπήκαμε σιγά σιγά σε αυτό που μας έδειχναν και μας πρόσφεραν απλόχερα, ενέργεια, φαντασία και δημιουργία».

Τα τραγούδια που πέρασαν από τις πρόβες ήταν πολλά και δεν χωρούσαν όλα στην τελική παράσταση. «Υπήρξαν πολλά τραγούδια της δεκαετίας του ’80 που προβάρουμε. Τελικά επιλέχθηκαν αυτά που έπρεπε, με πολύ καλή σειρά για να βγει το αποτέλεσμα. Τα τραγούδια που μας ταξίδεψαν είναι σχεδόν όλα και γι’ αυτό τα τραγουδάμε με ψυχή και δυνατή φωνή. Το “Κόκκινο Γαρύφαλλο”, η “Πιο καλή η μοναξιά”, τραγούδια του Κηλαηδόνη, της Πίτσας Παπαδοπούλου και πολλά ακόμη». Για εκείνον, η απόσταση ανάμεσα στα τότε και στα τώρα είναι δεδομένη. «Τα πάντα λείπουν. Όπως ήταν και τα ζήσαμε, δεν είναι σήμερα και δεν θα είναι. Οι εποχές άλλαξαν. Η ζωή όμως είναι ανοιχτή. Τη βλέπεις; Τη βλέπουμε και θα την κυνηγάμε αν έχουμε τα κατάλληλα τσιγκλίσματα».

Η ηλικία δεν έχει σημασία

Ο Αλέξανδρος Ευκλείδης πέρασε οκτώ μήνες με αυτούς τους ανθρώπους. Όταν τον ρώτησα τι του έμαθε τελικά αυτή η επαφή για το πέρασμα του χρόνου, η απάντησή του είναι απλή. «Αυτό που νομίζω πως ήξερα ήδη. Οι άνθρωποι, όση εμπειρία κι αν αποκτήσουν, αλλάζουν ελάχιστα. Δεν αισθάνθηκα καμία διαφορά με τους περισσότερους από τους ανθρώπους που δουλέψαμε μαζί. Η ηλικία παύει πολύ σύντομα να είναι εμπόδιο όταν οι κοινωνικοί ρόλοι, και η ηλικία είναι κι αυτή ένας κοινωνικός ρόλος, παραμερίζονται». Μάλιστα θυμάται με χιούμορ μια μικρή λεπτομέρεια από τις συναντήσεις. «Ήταν πολύ αστείο πως πολλοί από τους συμμετέχοντες μου μιλούσαν στον πληθυντικό, ενώ εγώ στον ενικό, κι ας μας χώριζαν αρκετά χρόνια. Ήμουν ο δάσκαλος. Έχω πολλούς φίλους και φίλες που έχουν την ηλικία των γονιών μου, οπότε δεν μου ήταν καθόλου ξένη η επαφή με μια γενιά που γνωρίζω καλά, γιατί έζησα μια ζωή μαζί της».

Κική Κέρζελη (Copyright: Γ. Αντώνογλου)

Στην αρχή δεν ήταν όλοι το ίδιο πρόθυμοι να εκτεθούν. Αυτό άλλαξε σταδιακά. «Οι πρόβες είχαν ελάχιστη αγωνία και πολλή χαρά. Στην αρχή οι συμμετέχοντες δυσκολεύονταν να καταλάβουν πώς όλα τα υλικά που παράγονταν στις συναντήσεις μας θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας παράστασης. Σιγά - σιγά πείστηκαν ότι είναι εφικτό. Φυσικά δεν ήταν όλοι το ίδιο διαθέσιμοι. Σε μια τέτοια μικρή κοινότητα υπάρχουν κάθε λογής χαρακτήρες και συμπεριφορές». Για τον ίδιο, ένα από τα πιο όμορφα πράγματα ήταν να βλέπει αυτή την αλλαγή να συμβαίνει μπροστά του. «Σταδιακά ακόμη και οι πιο συνεσταλμένοι εκφράζονταν, συμμετείχαν και διεκδικούσαν μια θέση στην ομάδα. Μαζί με την Ίριδα Νικολάου, την Κική Κέρζελη και τον Φάνη Ζαχόπουλο φροντίσαμε να δημιουργήσουμε συνθήκες εμπιστοσύνης και αποδοχής, ώστε όλοι να αισθανθούν ότι μπορούν να εκτεθούν. Και το έκαναν, ακόμη και σε πολύ δύσκολα ή επώδυνα θέματα».

Για την Κική Κέρζελη, η σχέση με αυτή την ομάδα έχει επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια βλέπει τον χρόνο. «Η μακρόχρονη επαφή μου με τους ανθρώπους που συμμετέχουν στο "Κιθάρα Express" τα τελευταία εννέα χρόνια και τώρα στο "Ραντεβού" με έχει βοηθήσει να μην αντιμετωπίζω τη ζωή ως μια διαδρομή με προκαθορισμένα όρια. Συχνά σκεφτόμαστε την ηλικία μέσα από όσα έχουν περάσει, όσα έχουν ολοκληρωθεί ή όσα θεωρούμε ότι δεν προλαβαίνουμε πια να κάνουμε. Σαν να υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να έχουμε εκπληρώσει τις επιθυμίες μας ή να έχουμε καταλήξει σε μια οριστική εκδοχή του εαυτού μας».

Η ομάδα, όπως λέει, διαψεύδει συνεχώς αυτή την αντίληψη. «Εδώ συναντώ ανθρώπους που εξακολουθούν να έχουν περιέργεια, επιθυμίες, χιούμορ, διάθεση για μάθηση και ανάγκη να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο. Ανθρώπους που μπορεί να πιάνουν για πρώτη φορά ένα μουσικό όργανο, να ανακαλύπτουν μια δημιουργική πλευρά του εαυτού τους που δεν είχαν μέχρι τότε την ευκαιρία να εξερευνήσουν ή να ανεβαίνουν για πρώτη φορά στη σκηνή σε αυτή τη φάση της ζωής τους. Και αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι πόσες δυνατότητες παραμένουν ανοιχτές ακόμη κι όταν εμείς οι ίδιοι θεωρούμε ότι ο χρόνος τους έχει περάσει».

Για την ίδια, η δημιουργία μπορεί να γίνει ακριβώς αυτή η δεύτερη ευκαιρία. «Η δημιουργία μπορεί να μας προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία, όχι απαραίτητα για να επιστρέψουμε σε αυτό που ήμασταν, αλλά για να ανακαλύψουμε αυτό που μπορούμε ακόμη να γίνουμε. Μας δίνει τη δυνατότητα να δώσουμε δεύτερες, τρίτες, τέταρτες ευκαιρίες σε μικρές ή βαθύτερες επιθυμίες μας, ακόμη και σε πλευρές του εαυτού μας που ίσως δεν βρήκαν ποτέ τον χώρο να εκφραστούν». Και αυτή η καινούργια αρχή, επιμένει, δεν χρειάζεται να είναι εντυπωσιακή. «Μπορεί να είναι η απόφαση να μάθουμε κάτι που πάντα μας γοήτευε, να δοκιμάσουμε κάτι στο οποίο δεν είχαμε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσαμε να ανταποκριθούμε ή απλώς να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βρεθεί ξανά στη θέση του μαθητευόμενου, να κάνει λάθη και να ανακαλύψει τη χαρά της διαδικασίας».

Κική Κέρζελη: «Η ζωή συνεχίζεται, με όποιον τρόπο»

Όταν η πρόβα πλησιάζει προς το τέλος της, επιστρέφουμε στην Καίτη Γιουβάννου. Στα 84 της ετοιμάζεται για ακόμη μία παράσταση και όταν τη ρωτάμε τι θα ήθελε να πάρει μαζί του ένας άνθρωπος που θα τους δει για πρώτη φορά, η απάντηση δεν χρειάζεται πολλά. «Να χαλαρώσει. Και αν είναι ένας άνθρωπος μεγαλύτερης ηλικίας, να προσπαθήσει κι αυτός να μπει σε κάτι, να του κινήσει κάτι το ενδιαφέρον. Η ζωή συνεχίζεται, με όποιον τρόπο. Τώρα κι εμείς ξεκινήσαμε σε αυτή την ηλικία να κάνουμε μια παράσταση. Βλέπεις; Προχωράει η ζωή. Άρα έχει δυνατότητες».

«Έρωτά μου αγιάτρευτε: ένα ραντεβού» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (Copyright: Γ. Αντώνογλου)

Ίσως κάπου εκεί βρίσκεται και η ουσία του «Έρωτά μου αγιάτρευτε». Άνθρωποι επιστρέφουν για λίγο στα τραγούδια, στους έρωτες, στις πολιτικές ελπίδες, στις παρέες και στις εικόνες μιας δεκαετίας που σημάδεψε μεγάλο μέρος της ζωής τους. Μόνο που δεν ανεβαίνουν στη σκηνή για να αποδείξουν ότι κάποτε έζησαν. Ανεβαίνουν επειδή συνεχίζουν να ζουν.

INFO Το «Έρωτά μου αγιάτρευτε: Ένα ραντεβού με την ιστορία» παρουσιάζεται στις 23 Οκτωβρίου 2026, στις 18.00 και στις 21.00, στο Ολύμπια Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας». Η είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία εισόδου μέσω της πλατφόρμας Ticket Athens. Τη μουσική διεύθυνση έχει η Κική Κέρζελη, τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, ο οποίος συνυπογράφει τη δραματουργία με την Ίριδα Νικολάου, υπεύθυνη επίσης για την κίνηση και τη χορογραφία.