Το «Όνειρο απατηλό» ήταν το τραγούδι που έφερε τη φωνή του Κώστα Τριανταφυλλίδη σ' ένα ευρύ κοινό. Η διασκευή του Μίνου Μάτσα για την «Ευτυχία» του Άγγελου Φραντζή ακούστηκε παντού και έκανε πολλούς να αναζητήσουν ποιος ήταν ο τραγουδιστής πίσω από μια ερμηνεία που κατάφερε να ξεχωρίσει σχεδόν αποκλειστικά για αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία, τη φωνή της.
Από τότε ο Κώστας Τριανταφυλλίδης συνέχισε να χτίζει τη διαδρομή του με ζωντανές εμφανίσεις, συνεργασίες και τραγούδια που τον έφεραν ακόμη πιο κοντά στο κοινό. Στις 23 Σεπτεμβρίου επιστρέφει στο Βεάκειο Θέατρο Πειραιά με την παράσταση «Ένα όνειρο, μια ιστορία», έχοντας δίπλα του, στο πιάνο τον Νεοκλή Νεοφυτίδη. Μια λιτή συνθήκη, μόνο με φωνή και πιάνο, που περνά από τον Θεοδωράκη, τον Ξαρχάκο, τον Λεοντή, τον Καλδάρα, τον Λοΐζο, τον Σπανό και τον Μικρούτσικο και φτάνει μέχρι το «Όνειρο απατηλό» και την «Ιστορία».
Με αφορμή αυτή τη συναυλία, η κουβέντα μας πήγε αρκετά πιο μακριά από το πρόγραμμα μιας βραδιάς. Μιλήσαμε για το λαϊκό τραγούδι και το κατά πόσο μπορεί να βρει τη γλώσσα του σημερινού ανθρώπου, για μια μουσική βιομηχανία στην οποία ο νέος καλλιτέχνης καλείται να είναι ταυτόχρονα τραγουδιστής και δημιουργός περιεχομένου, για την επιτυχία που ήρθε έπειτα από χρόνια δουλειάς, για όσα έμαθε παρατηρώντας τον Δημήτρη Μητροπάνο και για το αν ένας καλλιτέχνης οφείλει να παίρνει θέση απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω του.
Ξεκινήσατε την πορεία σας, λέγοντας ότι δεν είχατε όνειρο να γίνετε επαγγελματίας τραγουδιστής, αλλά ότι το τραγούδι ήταν ένας τρόπος να πλησιάζετε τους ανθρώπους. Έπειτα από τόσα χρόνια, εξακολουθεί αυτό να είναι ο βασικός λόγος που ανεβαίνετε στη σκηνή;
Ναι, νομίζω ότι αυτό δεν έχει αλλάξει. Δεν ξεκίνησα με ένα οργανωμένο σχέδιο ότι θα γίνω τραγουδιστής. Τραγουδούσα γιατί μέσα από το τραγούδι μπορούσα να πω πράγματα που ίσως στην καθημερινή ζωή δεν μου ήταν τόσο εύκολο να πω. Και κυρίως μπορούσα να πλησιάσω τους ανθρώπους. Αυτό εξακολουθεί να με ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα. Με τα χρόνια, βέβαια, έρχεται η εμπειρία, η ευθύνη, γίνεσαι επαγγελματίας, αλλά αν χαθεί εκείνη η πρώτη ανάγκη, νομίζω ότι χάνεται και ο λόγος που το κάνεις. Ακόμα και σήμερα, η ωραιότερη στιγμή για μένα είναι όταν κοιτάζω κάτω από τη σκηνή και καταλαβαίνω ότι για λίγα λεπτά ένα τραγούδι μάς έχει φέρει όλους λίγο πιο κοντά.
Στην παράσταση «Ένα όνειρο, μια ιστορία» επιλέγετε μια πολύ λιτή συνθήκη, μόνο φωνή και πιάνο. Τι σας δίνει αυτή η φόρμα που δεν μπορεί να σας δώσει μια μεγάλη ορχήστρα; Και τι σας στερεί;
Μου δίνει ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα με εκθέτει περισσότερο. Με ένα πιάνο και μία φωνή δεν υπάρχουν πολλά πράγματα ανάμεσα σε σένα, στο τραγούδι και στον άνθρωπο που σε ακούει. Ακούγεται η λέξη, η ανάσα, ακόμη και η σιωπή. Αυτό μου αρέσει πολύ. Από την άλλη, φυσικά σου λείπει η δύναμη και ο όγκος μιας μεγάλης ορχήστρας, τα χρώματα που μπορούν να δώσουν πολλά όργανα. Αλλά δεν αισθάνομαι ότι το ένα είναι καλύτερο από το άλλο. Είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να πεις μια ιστορία. Στη συγκεκριμένη παράσταση θέλαμε να μείνουμε όσο γίνεται πιο κοντά στον πυρήνα των τραγουδιών.
Πόσο χώρο αφήνετε στον αυτοσχεδιασμό με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη;
Πολύ. Υπάρχει ένας βασικός κορμός, αλλά από εκεί και πέρα θέλουμε η κάθε βραδιά να μπορεί να αναπνεύσει. Με τον Νεοκλή έχουμε αποκτήσει μια επικοινωνία που πολλές φορές δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί. Ένα βλέμμα, μια ανάσα, μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που θα πάει ένα τραγούδι εκείνο το βράδυ. Αυτό είναι και ένα από τα πράγματα που αγαπώ στις ζωντανές εμφανίσεις. Αν ήταν όλα απολύτως προκαθορισμένα, θα χάναμε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της χαράς τους.
Στο τέλος της βραδιάς στο Βεάκειο, όταν θα μείνετε για λίγα δευτερόλεπτα μόνος μετά το τελευταίο χειροκρότημα, τι θα θέλατε να αισθανθείτε για να πείτε μέσα σας ότι αυτή η συναυλία άξιζε;
Να αισθανθώ γεμάτος. Και λίγο άδειος ταυτόχρονα, με την καλή έννοια. Ότι έδωσα ό,τι είχα να δώσω εκείνο το βράδυ και δεν κράτησα κάτι πίσω. Δεν μετράω μια συναυλία από το αν όλα έγιναν τεχνικά τέλεια. Με ενδιαφέρει περισσότερο αν συνέβη κάτι ανάμεσα στη σκηνή και στον κόσμο. Αν στο τέλος υπάρχει εκείνη η παράξενη στιγμή που νιώθεις ότι δεν χρειάζεται να πεις τίποτε άλλο, τότε για μένα η βραδιά έχει αξία.
Τραγουδάτε δημιουργούς όπως ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, ο Λεοντής, ο Λοΐζος, ο Σπανός και ο Μικρούτσικος. Γιατί πιστεύετε ότι αυτά τα τραγούδια εξακολουθούν να αφορούν ανθρώπους που γεννήθηκαν δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους;
Γιατί μίλησαν για πράγματα που δεν τελειώνουν με την εποχή τους. Για τον έρωτα, την απώλεια, την αδικία, την ελευθερία, τη μοναξιά, την ανάγκη να ελπίζεις. Και το έκαναν με πολύ σπουδαία μουσική και πολύ σπουδαίο λόγο. Δεν χρειάζεται ένας νέος άνθρωπος να έχει ζήσει την εποχή στην οποία γράφτηκε ένα τραγούδι για να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε αυτό. Αν ένα τραγούδι έχει κάτι αληθινό στον πυρήνα του, βρίσκει κάθε φορά τον δρόμο του. Γι’ αυτό και θεωρώ λάθος να αντιμετωπίζουμε αυτά τα τραγούδια σαν κάτι που πρέπει απλώς να διαφυλάξουμε. Πρέπει να τα τραγουδάμε. Να τα αφήνουμε να συναντούν το σήμερα.
Πιστεύετε ότι σήμερα γράφονται τραγούδια που θα τραγουδάμε με την ίδια δύναμη έπειτα από πενήντα χρόνια; Κι αν ναι, ποια;
Βεβαίως γράφονται καλά τραγούδια σήμερα. Θα ήταν άδικο να πιστεύουμε ότι το ελληνικό τραγούδι σταμάτησε σε κάποια συγκεκριμένη γενιά. Το ποια από αυτά θα τραγουδιούνται σε πενήντα χρόνια, όμως, δεν νομίζω ότι μπορεί να το αποφασίσει κανείς από εμάς σήμερα. Αυτό το αποφασίζουν ο χρόνος και οι άνθρωποι. Έχουμε την τάση να κρίνουμε το παρελθόν έχοντας ήδη μπροστά μας ό,τι άντεξε και να συγκρίνουμε αυτό το απόσταγμα με ολόκληρη τη σημερινή παραγωγή. Δεν είναι δίκαιη σύγκριση. Είμαι βέβαιος ότι και από τη δική μας εποχή θα μείνουν τραγούδια. Ποια θα είναι, θα το ξέρουν καλύτερα οι άνθρωποι που θα τα τραγουδούν όταν εμείς δεν θα είμαστε εδώ.

Έχετε μιλήσει με πολύ μεγάλη αγάπη για τον Δημήτρη Μητροπάνο. Ποιο ήταν το σημαντικότερο μάθημα που πήρατε από εκείνον ως τραγουδιστής και ποιο ως άνθρωπος;
Από τον Μητροπάνο έμαθα πολλά χωρίς να χρειάζεται να μου τα διδάξει. Μόνο παρατηρώντας τον. Ως τραγουδιστής, αυτό που με συγκινούσε ήταν ότι δεν προσπαθούσε ποτέ να αποδείξει πόσο σπουδαίος ήταν. Έμπαινε μέσα στο τραγούδι και το έλεγε. Αυτή η οικονομία, η αλήθεια, το να μη βάζεις τον εαυτό σου πάνω από το τραγούδι, είναι τεράστιο μάθημα. Ως άνθρωπος, κρατάω κάτι εξίσου σημαντικό, την απλότητά του. Ήταν ο Δημήτρης Μητροπάνος και μπορούσε να συμπεριφέρεται σαν να μην είχε καμία ανάγκη να σου υπενθυμίσει ποιος είναι. Νομίζω ότι όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω ακόμη περισσότερο πόσο σπάνιο είναι αυτό.
Για χρόνια δουλεύατε στη μουσική πριν έρθει η μεγάλη αναγνώριση με το «Όνειρο απατηλό». Υπήρξαν στιγμές που πιστέψατε πραγματικά ότι αυτή η αναγνώριση δεν θα έρθει ποτέ;
Φυσικά. Και για να είμαι ειλικρινής, υπήρξαν και μεγάλα διαστήματα που δεν την περίμενα καν. Όταν περνούν τα χρόνια, αναγκαστικά συμφιλιώνεσαι με την ιδέα ότι μπορεί τα πράγματα να μη γίνουν όπως τα είχες φανταστεί. Συνέχισα όμως να τραγουδάω. Ίσως επειδή, τελικά, αυτό ήταν το μόνο κομμάτι για το οποίο ήμουν βέβαιος: ότι ήθελα να τραγουδάω, είτε ερχόταν η μεγάλη αναγνώριση είτε όχι. Το «Όνειρο απατηλό» άλλαξε πολλά πράγματα για μένα και με έφερε σε επαφή με πολύ περισσότερο κόσμο. Αλλά ήρθε σε μια ηλικία και σε μια στιγμή που είχα ήδη περάσει αρκετά χρόνια μέσα στη δουλειά. Κι αυτό πιστεύω ότι με προστάτευσε κάπως.
Όταν μια επιτυχία έρχεται έπειτα από πολλά χρόνια δουλειάς, τη χαίρεσαι περισσότερο ή την αντιμετωπίζεις πιο ψύχραιμα;
Και τα δύο. Τη χαίρεσαι πολύ γιατί ξέρεις τι έχει προηγηθεί. Από την άλλη, όταν έχεις περάσει αρκετά χρόνια στη δουλειά, ξέρεις και πόσο εύκολα αλλάζουν τα πράγματα. Οπότε δεν θεωρείς τίποτα δεδομένο. Προσπαθώ να χαίρομαι αυτό που συμβαίνει χωρίς να πιστεύω ότι μου ανήκει για πάντα. Η επιτυχία είναι πολύ ωραία όταν έρχεται. Αλλά την επόμενη φορά που θα ανέβεις στη σκηνή πρέπει πάλι να τραγουδήσεις. Εκεί, κατά κάποιον τρόπο, ξεκινάς ξανά από την αρχή.
Σήμερα ένας νέος τραγουδιστής αισθάνεται συχνά ότι πρέπει να είναι ταυτόχρονα performer, δημιουργός περιεχομένου και ενεργός στα social media. Είναι δυσκολότερο πλέον να αρκεί απλώς μια καλή φωνή;
Μια καλή φωνή, για μένα, ποτέ δεν ήταν αρκετή από μόνη της. Υπάρχουν εξαιρετικές φωνές που δεν καταφέρνουν να σε αγγίξουν και άλλες, ίσως λιγότερο εντυπωσιακές, που με δύο λέξεις σε κερδίζουν. Σήμερα, βέβαια, υπάρχει και μια επιπλέον πίεση. Ο νέος καλλιτέχνης αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να είναι παρών, να παράγει εικόνα, να επικοινωνεί τον εαυτό του. Είναι η εποχή μας και δεν έχει νόημα να την αρνούμαστε. Απλώς εύχομαι μέσα σε όλο αυτό να μη χαθεί ο χρόνος που χρειάζεται ένας τραγουδιστής για να γίνει τραγουδιστής. Να ακούσει, να μελετήσει, να αποτύχει, να ξαναδοκιμάσει. Αυτά δεν γίνονται σε ένα βίντεο δεκαπέντε δευτερολέπτων.
Σε εποχές πολέμων, κοινωνικής ανασφάλειας και καθημερινών δύσκολων ειδήσεων, τι μπορεί πραγματικά να προσφέρει ένα τραγούδι;
Δεν πιστεύω ότι ένα τραγούδι μπορεί από μόνο του να αλλάξει τον κόσμο. Και ίσως είναι υπερβολικό να του ζητάμε κάτι τέτοιο. Μπορεί όμως να αλλάξει για λίγο τον τρόπο που ένας άνθρωπος βλέπει τον κόσμο. Μπορεί να του θυμίσει ότι δεν είναι μόνος, να του δώσει κουράγιο, να τον κάνει να σκεφτεί, ακόμη και να τον θυμώσει. Υπάρχουν τραγούδια που συνόδευσαν ανθρώπους σε πολύ δύσκολες εποχές και έγιναν κομμάτι συλλογικών αγώνων και διεκδικήσεων. Άρα η μουσική δεν είναι έξω από τη ζωή. Είναι μέσα της. Απλώς δεν πρέπει να της αναθέτουμε τη δουλειά που οφείλουμε να κάνουμε εμείς ως άνθρωποι και ως κοινωνία.

Το λαϊκό τραγούδι γεννήθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα από δυσκολίες, έρωτες, φτώχεια, κοινωνικές ανισότητες. Μπορεί να παραμείνει λαϊκό όταν αλλάζει τόσο πολύ ο τρόπος ζωής μας;
Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι για μένα ούτε ένα συγκεκριμένο όργανο ούτε ένας συγκεκριμένος ήχος. Είναι κυρίως ο τρόπος με τον οποίο μιλάει για τη ζωή των ανθρώπων. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που ερωτεύονται, χωρίζουν, δυσκολεύονται, αδικούνται, δουλεύουν, φοβούνται και ελπίζουν, θα υπάρχει ανάγκη για λαϊκό τραγούδι. Προφανώς δεν μπορεί να είναι ίδιο με αυτό που γραφόταν πριν από εξήντα χρόνια, γιατί ούτε η κοινωνία είναι ίδια. Αν προσπαθήσουμε απλώς να αναπαράγουμε εκείνη την εποχή, θα φτιάξουμε μια απομίμηση. Το δύσκολο και ενδιαφέρον είναι να βρει το λαϊκό τραγούδι τη γλώσσα του σημερινού ανθρώπου χωρίς να χάσει την ουσία του.
Υπάρχουν στιγμές που αισθάνεστε ότι η κοινωνία ζητά από τους καλλιτέχνες να πάρουν θέση για όλα; Είναι αυτό μέρος της ευθύνης τους ή μπορεί ένας καλλιτέχνης να επιλέξει να μιλά μόνο μέσα από το έργο του;
Δεν θεωρώ ότι ένας καλλιτέχνης είναι υποχρεωμένος να έχει δημόσια άποψη για τα πάντα. Ούτε επειδή τραγουδάει σημαίνει ότι γνωρίζει περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον για κάθε θέμα. Από την άλλη, είναι πολίτης. Ζει μέσα στην ίδια κοινωνία, βλέπει όσα συμβαίνουν γύρω του και έχει κάθε δικαίωμα και κάποιες φορές αισθάνεται και την ανάγκη να πάρει θέση. Προσωπικά δεν πιστεύω πολύ στην ουδετερότητα όταν μιλάμε για βασικά ζητήματα ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αδικίας ή ελευθερίας. Αλλά θέλω να μιλάω όταν πραγματικά έχω κάτι να πω, όχι επειδή θεωρείται απαραίτητο να κάνω μια δήλωση για οτιδήποτε συμβαίνει. Και βέβαια ένας καλλιτέχνης κρίνεται πρωτίστως από το έργο και τη στάση του στον χρόνο, όχι από το πόσο συχνά τοποθετείται δημόσια.
Τα επόμενα επαγγελματικά σχέδιά σας;
Υπάρχουν κάποια πράγματα που ετοιμάζονται και συζητιούνται, αλλά γενικά αποφεύγω να ανακοινώνω κάτι πριν πάρει την τελική του μορφή. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι θέλω να συνεχίσω τις ζωντανές εμφανίσεις, να δουλέψω πάνω σε καινούργιο υλικό και να κάνω συνεργασίες που έχουν έναν ουσιαστικό λόγο να γίνουν. Δεν έχω την αγωνία να κάνω πολλά πράγματα μαζί. Με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που θα κάνω να μπορώ να το υποστηρίξω και να με αντιπροσωπεύει. Σας περιμένω μαζί με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη στο Βεάκειο, στις 23 Σεπτεμβρίου!


