article background image

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ο Parov Stelar ακολουθεί σταθερά τον δικό του δρόμο, μακριά από μουσικές συνταγές και εφήμερες τάσεις. Ο άνθρωπος που σύστησε το electro swing σε εκατομμύρια ακροατές σε όλο τον κόσμο εξακολουθεί να αναζητά νέους τρόπους έκφρασης, να πειραματίζεται και να αντιμετωπίζει κάθε νέο έργο ως μια δημιουργική πρόκληση.

Το πρόσφατο άλμπουμ του, Artifact, που χρειάστηκε έξι χρόνια για να ολοκληρωθεί, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική απόδειξη αυτής της διαρκούς αναζήτησης. Ένα έργο πιο κινηματογραφικό, πιο προσωπικό και πιο τολμηρό, που αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη ο οποίος εξακολουθεί να εμπιστεύεται το ένστικτό του, αδιαφορώντας για τις επιταγές των αλγορίθμων, των social media ή της μουσικής βιομηχανίας.

Λίγο πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, μια χώρα που, όπως ο ίδιος παραδέχεται, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στα πρώτα βήματα της διεθνούς του πορείας, ο Parov Stelar μιλά στο ethnos.gr για τη δημιουργία, την τεχνητή νοημοσύνη, τη σχέση του με το ελληνικό κοινό και την αξία των ζωντανών εμφανίσεων σε μια εποχή όπου η μουσική καταναλώνεται με ολοένα και πιο γρήγορους ρυθμούς.

Αφορμή για τη συζήτησή μας είναι η πολυαναμενόμενή του εμφάνιση στο Costa Navarino, σε συνεργασία με το Gazarte. Την Κυριακή 16 Αυγούστου, στο Navarino Hills, ο Parov Stelar θα ενώσει τις δυνάμεις του με τους Kadebostany, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα που θα συνδυάζει αγαπημένες επιτυχίες, νέες συνθέσεις και, όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, ακόμη και ακυκλοφόρητο υλικό. Μια βραδιά που φιλοδοξεί να αποτελέσει μία από τις πιο δυνατές μουσικές στιγμές του φετινού καλοκαιριού, σε ένα σκηνικό όπου η μουσική συναντά τη φύση κάτω από τον μεσσηνιακό ουρανό.

Το Artifact χρειάστηκε έξι χρόνια για να ολοκληρωθεί. Κοιτάζοντας πίσω σε αυτή τη διαδρομή, τι κρατήσατε από τον Parov Stelar των προηγούμενων άλμπουμ και τι νιώθετε ότι αφήσατε οριστικά πίσω;

Νομίζω πως, όσο προχωράμε στη ζωή, αφήνουμε διαρκώς πίσω μας κομμάτια του εαυτού μας. Το Artifact εξακολουθεί να έχει την ταυτότητα ενός άλμπουμ του Parov Stelar, όμως ως καλλιτέχνης νιώθω πως κάποια στιγμή οφείλεις να τολμήσεις μια διαφορετική κατεύθυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι στο μέλλον δεν θα επιστρέψω ξανά σε γνώριμα μονοπάτια.

Αυτό που με συναρπάζει είναι να πειραματίζομαι, να δοκιμάζω νέες ιδέες και να ανακαλύπτω διαφορετικούς τρόπους έκφρασης. Κάθε άλμπουμ, ακόμη κι όταν ακούγεται εντελώς διαφορετικό από το προηγούμενο, σε εξελίσσει και σου μαθαίνει κάτι καινούργιο. Κάποια στιγμή μπορεί να επιστρέψεις σε έναν ήχο που είχες αφήσει πίσω, όμως θα τον προσεγγίσεις με άλλη ματιά. Στην πραγματικότητα, όλα συνδέονται μεταξύ τους.

Μου αρέσει να το παρομοιάζω με μια σπείρα. Το παρελθόν είναι πολύτιμο, αρκεί να κρατάς ζωντανή τη φλόγα του και όχι να κουβαλάς τις στάχτες του. Ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια στη μουσική, αισθάνομαι πως έχω κερδίσει την ελευθερία να δημιουργήσω κάτι εντελώς διαφορετικό. Από μικρός αγαπούσα τον κινηματογράφο και πιστεύω ότι το Artifact κινείται περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε να σταθεί ως το soundtrack μιας ταινίας.

Γιατί πιστέψατε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή να κυκλοφορήσει το Artifact; Υπήρξαν στιγμές μέσα σε αυτά τα έξι χρόνια που σκεφτήκατε να εγκαταλείψετε το πρότζεκτ ή να πάρει μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση;

Για μένα όλα ξεκινούν από το συναίσθημα. Ποτέ δεν σκέφτομαι στρατηγικά, ούτε λέω στον εαυτό μου ότι «τώρα είναι η σωστή στιγμή για να κυκλοφορήσω έναν τέτοιο δίσκο». Όταν ακούς πραγματικά αυτό που σου λέει η ψυχή σου, δύσκολα θα πάρεις λάθος δρόμο. Μπορεί από εμπορικής πλευράς μια επιλογή να μη θεωρείται η πιο έξυπνη, όμως εγώ βλέπω τον εαυτό μου πρώτα ως καλλιτέχνη και μετά ως μέρος μιας βιομηχανίας. Προσπαθώ να ακολουθώ αυτό που μου υπαγορεύει η καρδιά μου.

Όλα ξεκίνησαν από ένα μόνο κομμάτι. Μου άρεσε τόσο πολύ η ατμόσφαιρά του, ώστε συνέχισα να γράφω μουσική πάνω σε αυτό το συναίσθημα. Σιγά - σιγά συγκεντρώθηκαν τόσα πολλά κομμάτια, που κατάλαβα πως όλα μαζί αφηγούνταν μια ιστορία. Και ήθελα αυτή η ιστορία να παρουσιαστεί ως ένα ολοκληρωμένο έργο. Πιστεύω ότι αυτός είναι και ο λόγος που ένας καλλιτέχνης αποκτά ένα πραγματικά πιστό κοινό. Οι άνθρωποι εκτιμούν την ειλικρίνεια. Αναγνωρίζουν πότε δημιουργείς επειδή αυτό έχεις ανάγκη να κάνεις και πότε απλώς ακολουθείς μια τάση.

Φυσικά, υπήρξαν και θαυμαστές που απογοητεύτηκαν. Η αλήθεια είναι πως περίμενα πολύ περισσότερες τέτοιες αντιδράσεις. Κάποιοι μου είπαν: «Πού είναι οι τρομπέτες; Πού είναι το electro swing; Πού είναι ο γνώριμος ήχος σου;». Και το καταλαβαίνω απόλυτα. Από την άλλη, όμως, κανείς δεν θέλει να τρώει πίτσα κάθε μέρα. Κάποια στιγμή αναζητάς κάτι διαφορετικό. Το ίδιο ισχύει και για τη δημιουργία. Αντιμετωπίζω την τέχνη και τη μουσική με απόλυτη σοβαρότητα. Για μένα δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα. Είναι μια εσωτερική ανάγκη. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη γεννιέται από τη λογική. Πηγάζει από την ψυχή.

Τι μπορεί να περιμένει το κοινό από τη συναυλία σας στην Costa Navarino; Θα είναι μια βραδιά που θα επικεντρώνεται στο νέο άλμπουμ ή ένα ταξίδι σε ολόκληρη την πορεία σας;

Σε κάθε περιοδεία αλλάζω διαρκώς το πρόγραμμα των συναυλιών. Αυτή την περίοδο, μάλιστα, δουλεύω πάνω σε δύο ολοκαίνουργια κομμάτια, τα οποία θα παρουσιάσουμε ζωντανά. Το ένα από αυτά δεν έχει καν κυκλοφορήσει ακόμη. Προσπαθώ πάντα να δίνω στο κοινό κάτι καινούργιο. Πιστεύω πως κάθε συναυλία πρέπει να έχει τον δικό της χαρακτήρα και να προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία από την προηγούμενη. Έτσι θα συμβεί και στην Ελλάδα.

Έχετε πει ότι η διεθνής σας καριέρα ξεκίνησε από την Ελλάδα. Τι πιστεύετε ότι είχε το ελληνικό κοινό και αγκάλιασε τόσο νωρίς τη μουσική σας;

Κατά κάποιον τρόπο, ισχύει. Είχα δώσει μερικές συναυλίες στην Ιταλία, όμως στη συνέχεια ήρθε η Ελλάδα και εδώ ήταν που έμαθα πραγματικά πολλά. Έμαθα περισσότερα για τη μουσική, για τους ανθρώπους και για τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται με αυτή. Ταυτόχρονα γνώρισα καλύτερα και τη ζωή στην Ελλάδα. Κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι να αφιερώνεις χρόνο στους ανθρώπους σου, να κάθεσαι έξω, να απολαμβάνεις έναν φραπέ και να ζεις τη στιγμή. Ήταν μια περίοδος που με σημάδεψε, γιατί τότε έκανα τα πρώτα μου βήματα στη διεθνή μου πορεία.

Για το γιατί οι Έλληνες αγκάλιασαν τόσο νωρίς τη μουσική μου, είναι πραγματικά μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Νομίζω πως οι Έλληνες εκτιμούν πάνω απ' όλα την ειλικρίνεια. Δεν τους αρέσει το ψέμα και αντιδρούν όταν αισθάνονται ότι κάποιος προσπαθεί να τους εξαπατήσει. Αυτό είναι κάτι που θαυμάζω ιδιαίτερα. Μια αντίστοιχη νοοτροπία συναντώ και στη Γαλλία.

Η μουσική μου ήταν πάντα μια ειλικρινής έκφραση. Έβγαινε κατευθείαν από την καρδιά μου και απευθυνόταν στην καρδιά του άλλου. Πιστεύω ότι αυτό είναι κάτι που αγγίζει βαθιά το ελληνικό κοινό. Υπάρχει επίσης στην Ελλάδα μια κουλτούρα που αγαπά τη ζωή. Να βρίσκεσαι έξω με φίλους, να χορεύεις, να απολαμβάνεις τη στιγμή.

Η μουσική μου δεν είχε ποτέ στόχο την τελειότητα. Ήταν πάντα η αποτύπωση μιας συγκεκριμένης στιγμής, ενός συγκεκριμένου συναισθήματος. Και νομίζω πως αυτή η φιλοσοφία ταιριάζει πολύ με τον τρόπο που ζουν οι Έλληνες. Σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Αυστρία, πολλές φορές όλα λειτουργούν με κανόνες και αυστηρή οργάνωση. Στην τέχνη, όμως, αυτό δεν είναι πάντα δημιουργικό. Κάποιες φορές χρειάζεται απλώς να αφεθείς στη στιγμή και να εμπιστευτείς το ένστικτό σου.

«Όταν ακούς την ψυχή και την καρδιά σου, δύσκολα θα πάρεις λάθος δρόμο» λέει ο Parov Stelar

Έπειτα από τόσες επισκέψεις στη χώρα μας, πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιο ελληνικό στοιχείο που έχει περάσει –έστω και ασυνείδητα– στη μουσική ή στη δημιουργική σας ματιά;

Όταν ξεκίνησα να δουλεύω στην Ελλάδα, είχα μια πολύ στενή σχέση με τον Cayetano. Κυκλοφόρησε αρκετούς δίσκους εκείνη την περίοδο, οπότε βρισκόμουν συνεχώς σε επαφή με Έλληνες μουσικούς. Δεν θα έλεγα ότι γνωρίζω σε βάθος όλη την ελληνική παραδοσιακή μουσική ή όλους τους σπουδαίους Έλληνες καλλιτέχνες. Σίγουρα, όμως, έχω επηρεαστεί από τους ανθρώπους που γνώρισα εδώ και από τους μουσικούς με τους οποίους συνεργάστηκα εκείνα τα χρόνια. Όλες αυτές οι συναντήσεις άφησαν το αποτύπωμά τους στον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι και δημιουργώ.

Μετά την πανδημία βλέπουμε όλο και περισσότερους ανθρώπους να ταξιδεύουν, ακόμη και στο εξωτερικό, μόνο και μόνο για να ζήσουν μια συναυλία. Πώς εξηγείτε αυτή τη νέα ανάγκη του κόσμου;

Σίγουρα βλέπω ότι μετά την πανδημία τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο κόσμος είναι πολύ πιο επιλεκτικός στο ποιες συναυλίες θα επιλέξει να παρακολουθήσει. Από τη μία υπάρχουν οι τεράστιες παραγωγές, όπως αυτές της Taylor Swift, με εισιτήρια που κοστίζουν πολύ ακριβά. Από την άλλη, στο μεσαίο κομμάτι της μουσικής βιομηχανίας, εκεί όπου κινούμαστε εμείς, τα πράγματα έχουν γίνει πιο απαιτητικά. Οι άνθρωποι πλέον σκέφτονται πολύ περισσότερο πού και πώς θα διαθέσουν τα χρήματά τους.

Γι' αυτό και δεν θα έλεγα ότι η αγορά των ζωντανών εμφανίσεων διανύει την καλύτερη περίοδό της. Οι μεγάλες περιοδείες στα στάδια απορροφούν μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού που διαθέτει το κοινό για συναυλίες, με αποτέλεσμα να 'ναι πιο δύσκολο να παρακολουθήσει περισσότερες εμφανίσεις μέσα στη χρονιά.

Ταυτόχρονα, ζούμε στην εποχή των social media, όπου καθημερινά δεχόμαστε έναν ατελείωτο όγκο πληροφοριών και εικόνων. Οι άνθρωποι εκτίθενται συνεχώς σε νέο περιεχόμενο, σε σημείο που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τους εκπλήξεις. Πολλοί έχουν την αίσθηση ότι τα έχουν ήδη δει όλα.

Όταν ξεκινήσατε, το electro swing ήταν ένα είδος που ελάχιστοι γνώριζαν. Πώς νιώθετε βλέποντας την εξέλιξή του όλα αυτά τα χρόνια; Πιστεύετε ότι έχει ακόμη δρόμο μπροστά του ή ότι έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του;

Το electro swing αποτελεί σίγουρα ένα σημαντικό κομμάτι της μουσικής μου, όμως είναι μόνο μία πλευρά όσων κάνω. Στο επίκεντρο της δουλειάς μου βρισκόταν πάντα το sampling και η διάθεση να εξερευνώ διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις. Απλώς το electro swing έγινε το πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο της δουλειάς μου και έτσι πολλοί πιστεύουν ότι αυτό είναι αποκλειστικά ο Parov Stelar. Αν, όμως, ακούσει κανείς προσεκτικά τους δίσκους μου, θα ανακαλύψει πολλά διαφορετικά μουσικά στοιχεία και επιρροές.

Εξακολουθώ να αγαπώ το electro swing. Είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, μπορεί να λειτουργήσει και σαν μια... κατάρα. Από τη στιγμή που επιχειρείς να αλλάξεις λίγο τον ήχο σου, κάποιοι σε ρωτούν αμέσως γιατί απομακρύνθηκες από αυτό που σε έκανε γνωστό. Παρ' όλα αυτά, το electro swing είναι το «παιδί» μου. Μερικές φορές μπορεί να 'ναι λίγο απαιτητικό ή να με δυσκολεύει, όμως παραμένει πάντα δικό μου.

Σήμερα πολλά τραγούδια μοιάζουν να γράφονται με γνώμονα τα social media και ιδιαίτερα το TikTok. Σας προβληματίζει αυτή η τάση; Πιστεύετε ότι επηρεάζει τη διάρκεια ζωής και την καλλιτεχνική αξία της μουσικής;

Προσπαθώ να μη σκέφτομαι καθόλου με αυτόν τον τρόπο. Αν αρχίσεις να δημιουργείς μουσική έχοντας στο μυαλό σου το TikTok ή οποιαδήποτε άλλη πλατφόρμα, τότε έχεις ήδη χάσει τον δρόμο σου ως καλλιτέχνης. Δεν πρέπει ποτέ να γράφεις μουσική για να ικανοποιήσεις το κοινό ή για να ταιριάξεις στους κανόνες μιας πλατφόρμας.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Μόλις ολοκλήρωσα ένα νέο κομμάτι, το οποίο ξεκινά με μια εισαγωγή που διαρκεί περισσότερο από ένα λεπτό. Σήμερα πολλοί θα μου έλεγαν: «Είσαι σοβαρός; Ένα λεπτό εισαγωγή στην εποχή του Spotify και των social media;». Ίσως να είμαι λίγο... δεινόσαυρος, όμως δεν μπορώ να δημιουργώ μουσική με βάση τους αλγόριθμους ή τις απαιτήσεις των κοινωνικών δικτύων.

Πιστεύω βαθιά ότι, αν ένα τραγούδι είναι πραγματικά καλό και έχει κάτι ουσιαστικό να πει, αργά ή γρήγορα θα βρει το κοινό του. Η μουσική πρέπει να γεννιέται επειδή έχεις την ανάγκη να εκφραστείς, όχι επειδή προσπαθείς να ικανοποιήσεις τις προσδοκίες κάποιου άλλου.

«Η τεχνητή νοημοσύνη μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι σημαίνει πραγματικά δημιουργία» λέει ο Parov Stelar (Copyright: Tanja Schalling)

Χρησιμοποιείτε την τεχνητή νοημοσύνη ως δημιουργικό εργαλείο στα visuals σας. Πιστεύετε ότι η AI θα αλλάξει τη μουσική βιομηχανία τόσο ριζικά όσο την άλλαξε κάποτε το διαδίκτυο; Και πού θεωρείτε ότι βρίσκεται το όριο ανάμεσα στην τεχνολογία και την ανθρώπινη δημιουργικότητα;

Αρχικά, πιστεύω ότι η τεχνητή νοημοσύνη κρύβει μεγάλους κινδύνους για τη μουσική και γενικότερα για την τέχνη, γιατί αρχίζει να αφαιρεί κάτι πολύ σημαντικό, όπως είναι η ταυτότητά μας ως δημιουργοί. Θέλω, όμως, να ξεκαθαρίσω κάτι. Άρχισα να δημιουργώ βίντεο με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης πολύ πριν ανοίξει αυτή η μεγάλη δημόσια συζήτηση γύρω από το AI. Μέχρι να κυκλοφορήσουν, το θέμα είχε ήδη πάρει τεράστιες διαστάσεις.

Δεν είμαι αντίθετος απέναντι στις νέες τεχνολογίες. Το αντίθετο. Πάντα με ενδιέφερε να δοκιμάζω καινούργια εργαλεία και να ανακαλύπτω τις δυνατότητές τους. Εκεί που αρχίζω να ανησυχώ είναι όταν βλέπω ανθρώπους να δημιουργούν μουσική με ένα μόνο κλικ και στη συνέχεια να την παρουσιάζουν ως δική τους. Η μουσική είναι κάτι βαθιά ανθρώπινο.  Φυσικά, όλοι χρησιμοποιούμε ψηφιακά εργαλεία, όπως το Logic Pro. Το να δουλεύεις στον υπολογιστή δεν είναι το πρόβλημα. Το ουσιαστικό είναι οι ιδέες να εξακολουθούν να προέρχονται από εσένα. Αν πάψεις να συνθέτεις, να σκέφτεσαι και να βάζεις τον εαυτό σου μέσα στη δημιουργική διαδικασία, τότε πραγματικά αναρωτιέμαι προς ποια κατεύθυνση οδεύει η μουσική.

Όσον αφορά τα βίντεο του Artifact, αν τα είχα δημιουργήσει με τον παραδοσιακό τρόπο, πιθανότατα θα χρειαζόμουν έναν προϋπολογισμό που θα άγγιζε το ένα εκατομμύριο δολάρια. Η τεχνητή νοημοσύνη μού έδωσε τη δυνατότητα να αποδώσω οπτικά ακριβώς τον κόσμο που είχα φανταστεί για αυτό το άλμπουμ. Δεν ήταν, όμως, τόσο απλό όσο να γράψω μια εντολή και να εμφανιστεί ένα έτοιμο βίντεο. Χρειάστηκαν εβδομάδες δουλειάς μέχρι να φτάσω στο αποτέλεσμα που ήθελα.

Παρ' όλα αυτά, όταν ολοκληρώθηκε η διαδικασία, ένιωσα ότι είχα κουραστεί. Είχα την αίσθηση πως είχαμε ήδη δει σχεδόν τα πάντα. Έτσι, στο επόμενο βίντεο, το Black Therapy, αποφάσισα να κάνω το ακριβώς αντίθετο. Εκτύπωσα κάθε καρέ ξεχωριστά, ζωγράφισα πάνω του με το χέρι και στη συνέχεια δημιούργησα ολόκληρο το βίντεο από την αρχή. Ήταν μια διαδικασία που κράτησε δύο μήνες, δουλεύοντας αμέτρητες ώρες κάθε μέρα. Αυτό μου θύμισε γιατί αγαπώ τόσο πολύ τη δημιουργία. Με έκανε να ξαναβρώ τη δική μου καλλιτεχνική ταυτότητα και να εκτιμήσω ξανά την αξία του να φτιάχνεις κάτι με τα ίδια σου τα χέρια.

Σήμερα μπορείς να δημιουργήσεις σχεδόν οτιδήποτε με μερικά κλικ. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι αν αυτό έχει την ίδια αξία. Για μένα, η αξία της τέχνης βρίσκεται στον χρόνο που αφιερώνεις, στην προσπάθεια, στις μικρές ατέλειες και στο ανθρώπινο αποτύπωμα που αφήνει ο δημιουργός πάνω στο έργο του. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο που κινδυνεύουμε να χάσουμε. Η τεχνητή νοημοσύνη μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι σημαίνει πραγματικά δημιουργία.

Έχετε πει ότι η πραγματική σύνδεση με το κοινό συμβαίνει πάνω στη σκηνή. Σήμερα, έπειτα από εκατοντάδες συναυλίες σε όλο τον κόσμο, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σας συγκινεί περισσότερο;

Το να ανεβαίνω στη σκηνή δεν γίνεται ποτέ συνήθεια. Ίσως να συνηθίζεις τα αεροδρόμια, τα ταξίδια και όλη τη διαδικασία μιας περιοδείας, όμως ποτέ τη στιγμή της συναυλίας. Λέω συχνά πως, αν έρθει η μέρα που θα αισθανθώ ότι μια εμφάνιση είναι απλώς άλλη μία υποχρέωση, τότε θα σταματήσω. Από εκείνη τη στιγμή και μετά θα έχει πάψει να είναι τέχνη και θα έχει μετατραπεί απλώς σε δουλειά. Για μένα, όμως, οι ζωντανές εμφανίσεις ήταν πάντα κάτι πολύ περισσότερο από αυτό.

Ακόμη και σήμερα εξακολουθώ να έχω άγχος πριν από κάθε συναυλία. Ίσως γι' αυτό μου αρέσει να δοκιμάζω συνεχώς καινούργια τραγούδια και νέες ιδέες πάνω στη σκηνή. Πολύ συχνά το κοινό ακούει για πρώτη φορά κομμάτια που δεν έχουν ακόμη κυκλοφορήσει. Πιστεύω ότι σε μια ζωντανή εμφάνιση δεν μπορείς να τα ελέγξεις όλα. Πρέπει πάντα να αφήνεις χώρο για το απρόβλεπτο. Εκείνες είναι οι στιγμές που γεννιέται η πραγματική επικοινωνία με το κοινό.