Ο Βαγγέλης Σφυρής παρουσιάζει την πρώτη του ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά, με τίτλο «Άνοιξη». Οκτώ ελληνόφωνα τραγούδια, που μιλούν για την απώλεια, τη μνήμη, τη μοναξιά και τη συγχώρεση, αλλά και για την ανάγκη να συνεχίζουμε, ακόμη και όταν όλα μοιάζουν δύσκολα. Από τον δίσκο έχουν ήδη κυκλοφορήσει τα singles «Μετά» και «Σ' έχω δει», τα οποία συνοδεύτηκαν από μουσικά βίντεο, ενώ ακολούθησε και το lyric video για το «Δείξε μου το φως».
Παράλληλα, ο ίδιος είναι το ένα από τα δύο μέλη των Notorious Buskers, μαζί με τον Νίκο Κουθούρη. Οι δύο μουσικοί παίζουν συχνά στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, μια εμπειρία που, όπως παραδέχεται, του έμαθε να παρατηρεί περισσότερο τους ανθρώπους και να συνδέεται μαζί τους με έναν αυθόρμητο και άμεσο τρόπο.
Με αφορμή την κυκλοφορία της «Άνοιξης», ο Βαγγέλης Σφυρής μιλά στο ethnos.gr για τον πρώτο του δίσκο, τη συγχώρεση, την απώλεια, τη διαφορετικότητα, όσα του έχει διδάξει η μουσική του δρόμου, αλλά και την πίεση που ασκούν σήμερα τα social media στους νέους καλλιτέχνες.
Ο πρώτος σας δίσκος έχει μια σκοτεινή και συγκινητική ατμόσφαιρα, αλλά λέγεται «Άνοιξη». Γιατί επιλέξατε αυτό τον τίτλο και τι εικόνες δημιουργείτε όταν ακούτε αυτή τη λέξη;
Η «Άνοιξη» επιλέχθηκε αρχικά ως τίτλος γιατί ήταν το πρώτο τραγούδι που έγραψα γενικά και έτσι θέλησα να αφιερώσω το όνομα του δίσκου σε εκείνο το κομμάτι. Παρά τη σκοτεινή και συγκινητική ατμόσφαιρα που υπάρχει σε αρκετά σημεία του δίσκου, όταν ακούω τη λέξη «Άνοιξη» φαντάζομαι ένα φωτεινό σημείο ανάμεσα σε σκέψεις απώλειας, ματαιότητας και αβεβαιότητας. Κάτι που μας δίνει τη δύναμη να συνεχίζουμε και να προχωράμε μπροστά, ακόμα και στις πιο δύσκολες περιόδους.
Τα τραγούδια σας έχουν έναν εξομολογητικό χαρακτήρα. Για εσάς η μουσική είναι ανάγκη να μοιραστείτε πράγματα με το κοινό, ένα μέρος όπου βρίσκετε ηρεμία ή ένα επάγγελμα για βιοπορισμό;
Η μουσική ήταν πάντα για μένα ένας τρόπος έκφρασης και ένα καταφύγιο σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μου. Τα τελευταία χρόνια είναι και μέρος της επαγγελματικής μου δραστηριότητας. Όσο περνούσε ο καιρός όμως, ένιωθα όλο και περισσότερο την ανάγκη να πω τις δικές μου ιστορίες και να εκφράσω πράγματα που με αφορούσαν προσωπικά. Κάπως έτσι γεννήθηκε αυτός ο δίσκος. Από την ανάγκη να μοιραστώ σκέψεις, βιώματα και συναισθήματα μέσα από κάτι που να μου ανήκει πραγματικά.
Αναφέρεστε στη συγχώρεση, κάτι που δεν το βλέπουμε συχνά στον σύγχρονο στίχο. Θεωρείτε ότι η συγχώρεση είναι τελικά πιο δύσκολη προς τους άλλους ή προς τον ίδιο μας τον εαυτό;
Νομίζω πως η συγχώρεση προς τον ίδιο μας τον εαυτό είναι συνήθως πιο δύσκολη. Να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, να αποδεχτούμε τα λάθη και τις αδυναμίες μας και να συμφιλιωθούμε με πλευρές του εαυτού μας που ίσως δεν μας αρέσουν, είναι από τα πιο απαιτητικά πράγματα που καλούμαστε να κάνουμε. Πιστεύω όμως ότι, όταν καταφέρνουμε να κάνουμε αυτό το βήμα, αποκτούμε και τη διαύγεια να συγχωρούμε πιο εύκολα και τους ανθρώπους γύρω μας.
Η απώλεια έχει σημαντική θέση στα νέα σας τραγούδια. Νιώθετε ότι γράφετε περισσότερο για πράγματα που χάθηκαν ή για εκείνα που προσπαθείτε ακόμη να κρατήσετε ζωντανά;
Γράφω κυρίως για πράγματα που χάθηκαν. Για συναισθήματα που έμειναν μετέωρα, για στιγμές και μνήμες που με σημάδεψαν. Τα τραγούδια αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό η αποτύπωση του εαυτού μου εκείνη την περίοδο. Ταυτόχρονα όμως είναι και μια προσπάθεια να κρατηθούν ζωντανές κάποιες σκέψεις, αγωνίες και συναισθήματα μέσα από τη μουσική.
Στο βίντεο κλιπ του «Σ’ έχω δει» βλέπουμε έναν άντρα να δοκιμάζει να εκφραστεί ελεύθερα, να βάφεται, αλλά σχεδόν αμέσως μετά να προσπαθεί να «σβήσει» αυτή την εικόνα από πάνω του. Πιστεύετε ότι η κοινωνία μας έχει προχωρήσει πραγματικά ή απλώς έχει μάθει να κρύβει καλύτερα τις προκαταλήψεις της;
Νομίζω πως έχουμε κάνει βήματα μπροστά, αλλά όχι τόσο μεγάλα όσο συχνά πιστεύουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν πιο ελεύθεροι να εκφραστούν σήμερα και αυτό είναι σημαντικό. Από την άλλη, πολλές προκαταλήψεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Αρκεί να δει κανείς τι συμβαίνει καθημερινά στα social media, όπου η διαφορετικότητα γίνεται συχνά αφορμή για χλευασμό ή επιθετικότητα. Ίσως λοιπόν να έχουμε προχωρήσει, αλλά έχουμε ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά μας. Το λυπηρό είναι πως όσοι δεν εχουν προχωρησει, δεν κρυβουν καν τις προκαταληψεις τους, μαλιστα τις διατυμπανιζουν απροκαλυπτα, καθημερινα, με το ονοματεπωνυμο τους.
Τα τελευταία χρόνια, στη Θεσσαλονίκη έχουν καταγραφεί αρκετά περιστατικά βίας, ειδικά από νέους. Πού θεωρείτε ότι οφείλετε αυτό;
Δεν είμαι ειδικός για να δώσω μια απάντηση σε κάτι τόσο σύνθετο. Αυτό που βλέπω όμως είναι ότι μεγαλώνουμε σε μια εποχή με πολύ θυμό, μεγάλη πίεση και συχνά ελάχιστο ουσιαστικό διάλογο. Οι νέοι άνθρωποι δεν μένουν ανεπηρέαστοι από αυτό. Νομίζω πως όσο χάνεται η επικοινωνία, η ενσυναίσθηση και η πραγματική επαφή με τον άλλον, τόσο πιο εύκολα εμφανίζονται τέτοια φαινόμενα.
Αν έπρεπε να περιγράψετε με μία εικόνα ή μία στιγμή τι σημαίνει για εσάς να τραγουδάτε στον δρόμο της Θεσσαλονίκης, ποια θα ήταν αυτή;
Τα βλεμματα των περαστικών που ενώ δεν ανταλάσσουμε καμία κουβέντα ειναι σαν να λεμε τοσα πολλα.
Οι μουσικοί του δρόμου συναντούν καθημερινά δεκάδες διαφορετικά βλέμματα. Άτομα βιαστικά, μοναχικά, χαρούμενα ή κουρασμένα. Νιώθετε πως μέσα από αυτή την επαφή μαθαίνετε κάτι βαθύτερο για τους ανθρώπους;
Μετά τις πρώτες φορές που βγήκαμε στον δρόμο και έφυγε το άγχος της έκθεσης απέναντι στους περαστικούς, άρχισα να παρατηρώ περισσότερο. Όλα αυτά τα βλέμματα, οι μικρές κουβέντες που ανταλλάσσουμε, η σύνδεση που δημιουργείται έστω και για λίγα λεπτά, είναι πέρα για πέρα αληθινά. Δεν υπάρχει κάποιο πλαίσιο ή κάποιο φίλτρο ανάμεσα σε εμάς και στους ανθρώπους που μας ακούν. Έτσι κι εκείνοι βλέπουν κάτι βαθύτερο σε εμάς, αλλά κι εμείς σε εκείνους.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που σας ακούει σε μια συναυλία και σε εκείνον που σας συναντά τυχαία στον δρόμο; Ποιο κοινό θεωρείτε πιο ειλικρινές;
Νομίζω πως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ειλικρίνεια. Η διαφορά είναι ότι στον δρόμο υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης. Κανείς δεν περιμένει να συναντήσει μουσική εκείνη τη στιγμή και αν κάποιος σταματήσει για να ακούσει ένα, δύο ή πέντε τραγούδια, τότε είναι πραγματικά εκεί γιατί κάτι τον άγγιξε. Σε έναν χώρο συναυλιών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο κόσμος βγαίνει για να διασκεδάσει, να συζητήσει, να περάσει χρόνο με τους φίλους του. Είναι απλώς δύο διαφορετικοί τρόποι σύνδεσης με το κοινό.
Ποιος είναι ο ρόλος των πλατφορμών όπως το TikTok στην προώθηση νέας μουσικής; Θεωρείτε ότι επηρεάζουν τη δημιουργικότητα ή τη διάρκεια της επιτυχίας ενός τραγουδιού;
Ο ρόλος αυτών των πλατφορμών είναι πλέον καθοριστικός. Επηρεάζουν όχι μόνο τον τρόπο που προωθείται ένα τραγούδι αλλά και τον χρόνο που αφιερώνει ένας καλλιτέχνης έξω από τη δημιουργία. Θέλοντας και μη, πρέπει να παίξεις αυτό το παιχνίδι. Να σκεφτείς βίντεο, ιδέες, αναρτήσεις και τρόπους προβολής που πολλές φορές δεν έχουν σχέση με τη μουσική καθαυτή. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως όσο χρήσιμα κι αν είναι τα social media, ένα πραγματικά καλό τραγούδι έχει μεγαλύτερη διάρκεια από οποιοδήποτε trend.
Υπάρχουν στιγμές που νιώθετε ότι τα social media σας «πιέζουν» να προβάλετε τη ζωή ή την καριέρα σας με συγκεκριμένο τρόπο;
Ναι, φυσικά. Όσο λιγότερο συμμετέχεις σε αυτό το παιχνίδι, τόσο πιο εύκολα αισθάνεσαι ότι μένεις εκτός του σύγχρονου τρόπου προβολής. Όταν ακόμη και οι δισκογραφικές εταιρείες δίνουν μεγάλη σημασία στην παρουσία ενός καλλιτέχνη στα social media, καταλαβαίνουμε πόσο έχει αλλάξει το τοπίο. Κάποτε γνωρίζαμε ελάχιστα πράγματα για τους καλλιτέχνες που θαυμάζαμε και αυτό το μυστήριο αποτελούσε μέρος της σχέσης τους με το κοινό. Σήμερα γνωρίζουμε σχεδόν τα πάντα, συχνά όχι μόνο για την επαγγελματική αλλά και για την προσωπική τους ζωή. Αυτό έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους καλλιτέχνες και το έργο τους.


