article background image

Το τελευταίο διάστημα, η φωνή της ταξιδεύει παντού. Στο ραδιόφωνο, στις ψηφιακές πλατφόρμες, στα βίντεο του TikTok, εκεί όπου το «Βαλς των ονείρων» γνώρισε μεγάλη απήχηση και σύστησε τη Μαριάνα Κατσιμίχα σε ένα ευρύτερο κοινό. Ένα τραγούδι με μουσική του Δημήτρη Καρρά πάνω σε ανέκδοτους στίχους του Άλκη Αλκαίου, ερμηνευμένο μαζί με τον Δημήτρη Μπάκουλη, έγινε μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις των τελευταίων μηνών. Χωρίς να ακολουθεί τις εύκολες συνταγές της εποχής, κατάφερε να συγκινήσει ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, αποδεικνύοντας πως το καλό ελληνικό τραγούδι εξακολουθεί να βρίσκει τον δρόμο του.

Η ίδια αντιμετωπίζει αυτή την απρόσμενη επιτυχία με ηρεμία. Δεν την κυνηγούσε, ούτε περίμενε ότι ένα τραγούδι με την αισθητική του «Βαλς των ονείρων» θα γινόταν viral. Όταν ο συνθέτης και στενός συνεργάτης της Δημήτρης Καρράς τής πρότεινε να ερμηνεύσει τους ακυκλοφόρητους στίχους του Άλκη Αλκαίου μαζί με τον Δημήτρη Μπάκουλη, η απάντηση ήρθε σχεδόν αυτονόητα. Της άρεσε από το πρώτο άκουσμα. Άλλωστε, ο Αλκαίος ήταν πάντα ένας από τους στιχουργούς που θαύμαζε περισσότερο.

Πίσω όμως από την επιτυχία των τελευταίων μηνών υπάρχει μια διαδρομή που δεν ξεκίνησε ξαφνικά. Η μουσική ήταν πάντα παρούσα στη ζωή της. Από τα πρώτα μαθήματα πιάνου, τις διασκευές που ανέβαζε στο YouTube και τις πρώτες της συνθέσεις, μέχρι την απόφαση να διεκδικήσει επαγγελματικά μια θέση στο ελληνικό τραγούδι. Μια απόφαση που συνοδεύτηκε από δυσκολίες, παράλληλες δουλειές και την επίγνωση ότι η καλλιτεχνική δημιουργία στην Ελλάδα σπάνια ακολουθεί εύκολους δρόμους.

Βέβαια, το επίθετό της δύσκολα περνά απαρατήρητο. Ως κόρη του Πάνου Κατσιμίχα, γνωρίζει ότι οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Η ίδια, όμως, δεν επιχειρεί να τις αποφύγει ούτε να αποστασιοποιηθεί από αυτή την κληρονομιά. Αντίθετα, μιλά με σεβασμό για την επιρροή που έχει δεχθεί, πιστεύοντας πως στο τέλος κάθε καλλιτέχνης κρίνεται από τη δική του πορεία και το δικό του έργο.

Αφορμή για την κουβέντα μας ήταν η συμμετοχή που έχει στο 27ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας, το οποίο πραγματοποιείται στις 3, 4 και 5 Ιουλίου, στο Άλσος Γουδή, με συζητήσεις, συναυλίες, προβολές, εκθέσεις και δράσεις από συλλογικότητες, κοινότητες και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Κάθε χρόνο δίνει τον δικό του τόνο στη ζωή της πόλης, δημιουργώντας ένα ανατρεπτικό παράδειγμα για το πώς μπορούμε να κάνουμε πολιτική, να διασκεδάζουμε, να επικοινωνούμε, να ζούμε.

Και αν μπορούσαμε να πούμε τι είναι εκείνο που κάνει το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ τόσο ξεχωριστό, είναι ότι αποτελεί ταυτόχρονα μέσο και σκοπό. Από τη μια μεριά, είναι μια μορφή αγώνα για μια κοινωνία χωρίς ρατσισμό, σεξισμό, εκμετάλλευση και καταπίεση. Από την άλλη, τόσο η προετοιμασία του Φεστιβάλ όσο και οι τρεις μέρες διεξαγωγής του στηρίζονται στην εθελοντική προσφορά, τη συμμετοχική δημοκρατία, την αλληλεγγύη, μια αντίληψη για την πολιτική που έχει ως πυλώνες την ενσυναίσθηση και την αγάπη. 

Τι σημαίνει για εσάς η συμμετοχή στο 27ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Αθήνας και πόσο σημαντικό είναι για έναν νέο καλλιτέχνη να συμμετέχει σε δράσεις με κοινωνικό πρόσημο;

Είναι ένα φεστιβάλ που στηρίζω με την παρουσία μου πολλά χρόνια τώρα οπότε είναι μεγάλη τιμή για μένα να βρίσκομαι στη σκηνή αυτού. Γενικά η άποψή μου είναι πως οι νέοι καλλιτέχνες πρέπει να συμμετέχουν σε δράσεις με κοινωνικό πρόσημο και να έχουν άποψη και λόγο. Είμαι εντελώς κατά της άποψης, ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να κάνει μόνο τέχνη και να μην μιλάει-εκφέρει άποψη. Οι καλλιτέχνες κατά τη γνώμη μου πρέπει να μιλούν μέσα από την τέχνη τους και έξω από αυτήν.

Το φετινό σύνθημα είναι «Δεν υπάρχει δρόμος για την ειρήνη, η ειρήνη είναι ο δρόμος». Πώς το ερμηνεύετε προσωπικά;

Αντιλαμβάνομαι ότι η φράση αυτή έχει να κάνει με το ότι θα έπρεπε η ειρήνη ναι είναι δεδομένη σαν έννοια. Δεν θα έπρεπε δηλαδή να προσπαθούμε να αποκτήσουμε την ειρήνη, να πολεμάμε γι' αυτήν και να διαπραγματευόμαστε την ύπαρξή της, αλλά να υπάρχει εκ των προτέρων.

«Υπάρχει μεγάλη απάθεια και αδιαφορία απέναντι στη βία» λέει η Μαριάνα Κατσιμίχα (Copyright: Αλέξανδρος Μακρής)

Βλέπουμε πολέμους, γυναικοκτονίες, ρατσιστικές επιθέσεις να εξελίσσονται σχεδόν καθημερινά γύρω μας. Πιστεύετε ότι κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε τη βία;

Θεωρώ σε ένα βαθμό ήδη έχει συμβεί αυτό. Παρατηρώ δηλαδή μία μεγάλη απάθεια και αδιαφορία, καθώς και έλλειψη ενδιαφέροντος για τέτοια γεγονότα. Δεν θα μιλήσω καν για την άλλη πλευρά που στηρίζει τέτοιες κτηνωδίες. Ακόμα και αυτοί που δεν τα στηρίζουν αισθάνομαι ότι δεν κάνουν και κάτι για να αποτραπούν αυτά ή για να προβάλουν μια κάποια αντίσταση.

Όταν ένας άνθρωπος, όπως ο Αριστοτέλης Χαντζής, φτάνει να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του για έναν σκοπό, τι πιστεύετε ότι λέει αυτό για την κοινωνία στην οποία ζούμε;

Το ότι το κράτος στο οποίο ζούμε άφηνε επί πέντε μήνες έναν άνθρωπο να λιμοκτονεί, επειδή ζητούσε τα αυτονόητα δείχνει ξανά την απάθεια και την αδιαφορία. Στην προκειμένη δηλαδή δεν είναι ζήτημα κοινωνικό αλλά κρατικό και θέμα μέριμνας προς τον ίδιο αλλά και προς τα αιτήματά του.

Σας ανησυχεί ότι όλο και συχνότερα άνθρωποι αισθάνονται πως πρέπει να φτάσουν στα άκρα για να ακουστούν;

Αυτό δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Πάντα έτσι ήταν. Όλες οι μεγάλες αλλαγές έγιναν (αν έγιναν) μέσα από ακραίες αντιδράσεις και πράξεις. Η ιστορία έχει δείξει ότι η ουδετερότητα και τα μεσοβέζικα πράγματα δεν είχαν ιδιαίτερο αποτέλεσμα.

Πώς μπορεί ένας νέος να μη χάσει την αισιοδοξία του μέσα σε τόσες κρίσεις;

Η αισιοδοξία είναι δύσκολο να μη χαθεί όταν έχεις ενσυναίσθηση και αντιλαμβάνεσαι τον κορεσμό γύρω σου. Εμένα προσωπικά αυτό που με κρατάει είναι οι δικοί μου άνθρωποι, η προσήλωση σε αυτά που αγαπώ και το να μην χάνω τη Μαριάνα στη βάση της και αυτό που είναι πραγματικά, όσο κι αν τα πράγματα γύρω αλλάζουν και καταρρέουν.

Αν γυρίζατε πέντε χρόνια πίσω, τι θα λέγατε στη Μαριάνα που ανέβαζε τις πρώτες της διασκευές στο YouTube; Τι σας κράτησε όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως θα θέλατε;

Ποτέ τα πράγματα δεν πάνε ακριβώς όπως τα θέλουμε, οπότε μάλλον η απάντηση που έδωσα πιο πάνω ισχύει και για αυτή την ερώτηση. Κάνεις πράγματα που θεωρείς καλά για σένα και για τους γύρω σου και προχωράς σταδιακά και ίσως τα πράγματα να έρθουν κάποια στιγμή όπως τα έχεις φανταστεί.

Σας έχει αλλάξει η αναγνωρισιμότητα τον τελευταίο χρόνο και τι δεν θα θυσιάζατε ποτέ για μια μεγαλύτερη καριέρα;

Δεν νομίζω ότι με έχει αλλάξει σαν άνθρωπο και είμαι πολύ χαρούμενη γι' αυτό, που έχω καταφέρει. Δηλαδή να κρατήσω το χαρακτήρα μου σχετικά αλώβητο. Σίγουρα δεν θα θυσίαζα με τίποτα την προσωπική μου ηθική και αισθητική για περισσότερα χρήματα ή δόξα και αναγνωρισιμότητα. Γιατί με αυτό τον τρόπο χάνεις και ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού σου.

Πόσο αυστηρή είστε με τον εαυτό σας;

Είμαι αρκετά αυστηρή και τελειομανής, κυρίως στο κομμάτι της δουλειάς όμως όσο περνάει ο καιρός και έχω περισσότερη τριβή με αυτό καταλαβαίνω πως και τα λάθη είναι μες στο πρόγραμμα και σε κάνουν ίσως και καλύτερο επαγγελματία.

Αν σας έλεγε σήμερα ένας νέος άνθρωπος ότι φοβάται να ακολουθήσει το όνειρό του, τι θα του απαντούσατε, έχοντας ζήσει και τη συμβουλή του πατέρα σας να αποκτήσετε πρώτα ένα πτυχίο;

Θα του έλεγα να κάνει ακριβώς αυτό που θέλει ακόμα και αν αποτύχει. Η ζωή είναι μικρή απ' τη μια και απ' την άλλη έχουμε αρκετό χρόνο να κάνουμε όσα θέλουμε, οπότε η συμβουλή μου είναι να ακούς τι σου λέει ο εαυτός σου και να μην επηρεάζεσαι τόσο από τον περίγυρο.

«Δεν θα θυσίαζα ποτέ την προσωπική μου ηθική και αισθητική για περισσότερα χρήματα» λέει η Μαριάνα Κατσιμίχα (Copyright: Αλέξανδρος Μακρής)

Τι σας ώθησε να σπουδάσετε Νηπιαγωγός;

Υπήρχε αρκετά η λογική του ότι κάτι πρέπει να σπουδάσουμε και να έχουμε ένα πτυχίο. Αυτή η σχολή μου φαινόταν ωραία καθώς είχε ενδιαφέροντα μαθήματα και μ' άρεσε η ενασχόληση με τα παιδιά. Δεν το μετανιώνω καθόλου, γιατί ακόμα μ' αρέσει να ασχολούμαι με παιδιά και ήταν πραγματικά μια πολύ ωραία εμπειρία καθώς πήρα σφαιρικές γνώσεις.

Πώς θα θέλατε να μιλούν για τη Μαριάνα Κατσιμίχα σε είκοσι χρόνια, ανεξάρτητα από το επίθετό της;

Θα ήθελα να με εκτιμούν τόσο για τη δουλειά μου όσο και για τον άνθρωπο που είμαι. Δεν έχω μεγάλες βλέψεις, μου αρκεί η καλλιτεχνική μου περσόνα να 'ναι σε αρμονία με τον πραγματικό μου εαυτό και ό,τι πρεσβεύω ως άνθρωπος.