article background image

Τριάντα χρόνια μετά το πενταπλό φονικό στη Θάσο, η ιστορία του Θεόφιλου Σεχίδη εξακολουθεί να προκαλεί ανατριχίλα. Ο 24χρονος φοιτητής Νομικής που δολοφόνησε τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή, τη γιαγιά και τον θείο του υποστήριζε ότι έδρασε για να προστατεύσει τη ζωή του. Η καταδίκη του σε πέντε φορές ισόβια, οι διαφορετικές ψυχιατρικές εκτιμήσεις και η μεταγενέστερη ζωή του στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού συνθέτουν μια από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις στα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά.

Ήταν Αύγουστος του 1996 όταν η Ελλάδα άρχισε να μαθαίνει τι είχε συμβεί, σχεδόν τρεις μήνες νωρίτερα, σε ένα οικογενειακό σπίτι στον Λιμένα της Θάσου.

Πέντε άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί. Ο πατέρας, η μητέρα, η κόρη, η γιαγιά και ένας θείος που είχε ταξιδέψει από το Βέλγιο.

Για εβδομάδες, οι απουσίες τους συνοδεύονταν από εξηγήσεις που παρέπεμπαν σε ταξίδια και προβλήματα υγείας. Όμως κανείς από τους πέντε δεν επρόκειτο να επιστρέψει.

Ο μοναδικός άνθρωπος που γνώριζε τι είχε συμβεί ήταν ο 24χρονος Θεόφιλος Σεχίδης.

Όταν οι αστυνομικές αρχές έφτασαν τελικά στην αλήθεια, αποκαλύφθηκε ότι ο νεαρός φοιτητής είχε δολοφονήσει πέντε μέλη της οικογένειάς του, είχε τεμαχίσει τις σορούς και είχε προσπαθήσει να εξαφανίσει τα ίχνη.

Η υπόθεση πέρασε στην ιστορία ως ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που απασχόλησαν την ελληνική κοινή γνώμη.

Ο 24χρονος φοιτητής που αγαπούσε την κλασική μουσική

Ο Θεόφιλος Σεχίδης σπούδαζε Νομική στην Κομοτηνή. Άνθρωποι που τον είχαν γνωρίσει τον περιέγραφαν με διαφορετικούς τρόπους: άλλοι ως ιδιαίτερα ευφυή και μορφωμένο, άλλοι ως μοναχικό και αποστασιοποιημένο.

Αγαπούσε την κλασική μουσική, ζωγράφιζε και έγραφε ποιήματα.

Τίποτε από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αποτελούσε, φυσικά, ένδειξη ότι θα μπορούσε να διαπράξει ένα βίαιο έγκλημα.

Ωστόσο, σύμφωνα με μαρτυρίες και ισχυρισμούς που παρουσιάζονται στο ντοκιμαντέρ για την υπόθεση, στις οικογενειακές του σχέσεις υπήρχαν εντάσεις, ενώ ο ίδιος είχε αναπτύξει την πεποίθηση ότι οι συγγενείς του συνωμοτούσαν εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στη δική του αφήγηση κατείχε η υποψία ότι η γυναίκα που τον είχε μεγαλώσει δεν ήταν η βιολογική του μητέρα.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητα στοιχεία.

Για τον ίδιο, όμως, όπως προκύπτει από τις μεταγενέστερες δηλώσεις του, είχε αποκτήσει καθοριστική σημασία.

Μάιος 1996: Οι πέντε δολοφονίες μέσα σε δύο ημέρες

Τα εγκλήματα διαπράχθηκαν στις 19 και 20 Μαΐου 1996.

Πρώτο θύμα του Σεχίδη ήταν ο θείος του, Βασίλης, ο οποίος είχε έρθει από το Βέλγιο. Σύμφωνα με όσα ο δράστης υποστήριξε κατά την ομολογία του, ο θείος του επιχείρησε να του επιτεθεί κατά τη διάρκεια επίσκεψης στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου της Θάσου.

Επρόκειτο για τη δική του εκδοχή, η οποία δεν αποδείκνυε ότι υπήρξε πραγματική επίθεση σε βάρος του.

Ακολούθησαν οι δολοφονίες του πατέρα του, Δημήτρη, της μητέρας του, Μαρίας, και της αδελφής του, Ερμιόνης, γνωστής ως Έμμυ.

Το επόμενο πρωί δολοφόνησε και την ηλικιωμένη γιαγιά του, Ερμιόνη.

Πέντε άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους μέσα σε δύο ημέρες.

Η αγριότητα των εγκλημάτων έγινε ακόμη πιο εμφανής από όσα ακολούθησαν. Ο δράστης τεμάχισε τις σορούς και μετέφερε ανθρώπινα υπολείμματα σε σακούλες, τις οποίες επιχείρησε να απορρίψει στη χωματερή της Νέας Καρβάλης, στην περιοχή της Καβάλας.

Οι έρευνες για τον εντοπισμό των σορών αποδείχθηκαν ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς είχε μεσολαβήσει σημαντικό χρονικό διάστημα.

Θεόφιλος Σεχίδης: Σκότωσε, τεμάχισε, έφαγε την οικογένειά του - Το χρονικό

Το μακάβριο εύρημα και ο χαρακτηρισμός που δεν αποδείχθηκε

Ένα από τα στοιχεία που προκάλεσαν τον μεγαλύτερο αποτροπιασμό ήταν η διαπίστωση ότι ο Σεχίδης είχε κρατήσει ανθρώπινα όργανα στην κατάψυξη.

Όπως είχε αναφερθεί στην αστυνομική έρευνα και στα δημοσιεύματα της εποχής, επρόκειτο για εγκεφάλους θυμάτων του.

Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ήθελε να τους μελετήσει, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί θεωρούσε ότι οι συγγενείς του επιθυμούσαν να τον σκοτώσουν.

Η αποκάλυψη συνδέθηκε με πλήθος δημοσιευμάτων που τον παρουσίαζαν ως «κανίβαλο της Θάσου».

Ωστόσο, η ανθρωποφαγία δεν αποδείχθηκε και ο χαρακτηρισμός αυτός παρέμεινε μέρος της δημοσιογραφικής και κοινωνικής μυθολογίας που δημιουργήθηκε γύρω από την υπόθεση.

Ανάλογη δημοσιότητα γνώρισε και ο ισχυρισμός ότι ο Σεχίδης άκουγε έργα του Τσαϊκόφσκι ενώ τεμάχιζε τις σορούς.

Η λεπτομέρεια αυτή αναφέρθηκε σε αφηγήσεις της υπόθεσης και συνέβαλε στη δημιουργία μιας ιδιαίτερα σκοτεινής δημόσιας εικόνας.

Η θεία από το Βέλγιο που άρχισε να υποψιάζεται

Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα ήταν πώς πέντε άνθρωποι μπορούσαν να παραμένουν εξαφανισμένοι επί εβδομάδες χωρίς να έχει αποκαλυφθεί το έγκλημα.

Η οικογένεια δεν διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις με μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας, σύμφωνα με μαρτυρίες που παρουσιάζονται στο ντοκιμαντέρ.

Στο μεταξύ, ο Σεχίδης συνέχισε να μετακινείται και να εμφανίζεται δημόσια, δίνοντας διαφορετικές εξηγήσεις για την τύχη των συγγενών του.

Καθοριστική αποδείχθηκε η κινητοποίηση της θείας του, Ελένης, που ζούσε στο Βέλγιο.

Η γυναίκα προσπαθούσε επίμονα να επικοινωνήσει με τον σύζυγό της, Βασίλη Σεχίδη, χωρίς αποτέλεσμα.

Οι εξηγήσεις που λάμβανε από τον ανιψιό της ήταν αντιφατικές.

Κάποια στιγμή αναφερόταν ότι ο σύζυγός της είχε επιστρέψει στο εξωτερικό. Σε άλλες επικοινωνίες δίνονταν διαφορετικές πληροφορίες.

Η ανησυχία της και η αναζήτηση των συγγενών οδήγησαν τελικά τις αστυνομικές αρχές να εστιάσουν την προσοχή τους στον 24χρονο.

8 Αυγούστου 1996: Η σύλληψη και η ομολογία

Στις 8 Αυγούστου 1996 ο Θεόφιλος Σεχίδης συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη.

Κατά την ανάκριση άρχισε να αποκαλύπτεται η πραγματική διάσταση της υπόθεσης.

Ομολόγησε τις πέντε δολοφονίες και περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο είχε ενεργήσει.

Η βασική υπερασπιστική του θέση ήταν ότι θεωρούσε τον εαυτό του θύμα συνωμοσίας.

Υποστήριζε ότι οι συγγενείς του επιδίωκαν να τον βγάλουν από τη μέση και ότι εκείνος τους πρόλαβε.

Οι αρχές, ωστόσο, δεν αντιμετώπισαν αυτή την εξήγηση ως τεκμηριωμένη πραγματική απειλή.

Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια δημοσιότητα. Τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερ κατέγραφαν τις μετακινήσεις του, ενώ η αναπαράσταση των εγκλημάτων μετατράπηκε σε γεγονός μεγάλης δημόσιας προβολής.

Η εικόνα του νεαρού να μιλά μπροστά στις κάμερες για όσα είχε διαπράξει προκάλεσε σοκ.

Η ψυχιατρική αξιολόγηση και το ερώτημα του καταλογισμού

Ίσως το πιο σύνθετο κεφάλαιο της υπόθεσης να αφορά την ψυχική κατάσταση του Θεόφιλου Σεχίδη.

Μετά τη σύλληψή του εξετάστηκε από ειδικούς, οι οποίοι κλήθηκαν να αξιολογήσουν την κατάστασή του και την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τις πράξεις του.

Σύμφωνα με τις πραγματογνωμοσύνες που εξετάστηκαν στη δίκη, είχε διαπιστωθεί σχιζότυπη διαταραχή, χωρίς να γίνει δεκτό ότι έπασχε τότε από σχιζοφρένεια με τρόπο που να αίρει τον ποινικό καταλογισμό.

Η δικαστική κρίση στηρίχθηκε στην αξιολόγηση της κατάστασής του κατά τον χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων.

Στα επόμενα χρόνια, ωστόσο, η ψυχική του υγεία απασχόλησε ξανά τους ειδικούς.

Μεταγενέστερες ψυχιατρικές εκτιμήσεις διατύπωσαν διαφορετικές απόψεις, ενώ η κατάστασή του οδήγησε στη μεταφορά του στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού.

Η διάκριση είναι ουσιώδης: μια μεταγενέστερη ψυχιατρική διάγνωση δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι ο κατηγορούμενος είχε μειωμένο ή ανύπαρκτο καταλογισμό όταν τέλεσε τις πράξεις του.

Παράλληλα, η υπόθεση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως γενίκευση για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές. Η ύπαρξη ψυχικής νόσου δεν ταυτίζεται με τη βίαιη ή εγκληματική συμπεριφορά.

Πέντε φορές ισόβια: Η απόφαση της Δικαιοσύνης

Στις 20 Ιουνίου 1997 ο Θεόφιλος Σεχίδης δικάστηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας.

Η διαδικασία συγκέντρωσε έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

Ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί να επιλέξει ο ίδιος συνήγορο υπεράσπισης και του ορίστηκε δικηγόρος από το δικαστήριο.

Κατά τη διάρκεια της δίκης δεν αρνήθηκε ότι είχε διαπράξει τις ανθρωποκτονίες, αλλά επέμεινε στη δική του ερμηνεία για τα γεγονότα.

Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο και του επέβαλε πέντε φορές ισόβια κάθειρξη, καθώς και πρόσθετες ποινές για άλλες πράξεις.

Η απόφαση σφράγισε τη δικαστική αντιμετώπιση της υπόθεσης.

Δεν έδωσε, ωστόσο, οριστική απάντηση σε κάθε ερώτημα που απασχολούσε την κοινή γνώμη σχετικά με την ψυχική του κατάσταση.

Η ζωή στη φυλακή και το τέλος το 2019

Μετά την καταδίκη του, ο Σεχίδης πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή, ενώ στη συνέχεια νοσηλεύτηκε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού.

Μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν κατά τη διάρκεια της κράτησής του περιγράφουν μια διαφορετική καθημερινότητα από εκείνη που είχε αποτυπωθεί στα πρωτοσέλιδα του 1996.

Σύμφωνα με αυτές τις αφηγήσεις, ζητούσε βιβλία, ενδιαφερόταν για την κλασική μουσική και συχνά απέφευγε τις συγκρούσεις με συγκρατουμένους του.

Οι συγκεκριμένες μαρτυρίες δεν αναιρούν τη βαρύτητα των εγκλημάτων, αποτυπώνουν όμως τη ζωή του κατά τη διάρκεια μιας μακράς περιόδου εγκλεισμού.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας.

Στις 12 Φεβρουαρίου 2019 βρέθηκε νεκρός στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, σε ηλικία 46 ετών.

Οι αρχικές πληροφορίες έκαναν λόγο για πιθανή καρδιακή ανακοπή.

Έτσι έκλεισε η ζωή του ανθρώπου που είχε συνδεθεί με μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες των ελληνικών αστυνομικών χρονικών.

Το έγκλημα, τα πρωτοσέλιδα και οι πέντε άνθρωποι που χάθηκαν

Η ιστορία του Θεόφιλου Σεχίδη δεν είναι μόνο μια υπόθεση πενταπλής ανθρωποκτονίας.

Είναι επίσης μια ιστορία για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία και τα μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη βία.

Το 1996, το έγκλημα αποτέλεσε κεντρικό θέμα στα τηλεοπτικά δελτία, στις εφημερίδες και στις δημόσιες συζητήσεις.

Η υπόθεση συνοδεύτηκε από χαρακτηρισμούς που συχνά υπερέβαιναν τα αποδεδειγμένα γεγονότα.

Η δημοσιογραφική κάλυψη έδωσε τεράστια έμφαση στον δράστη, στη συμπεριφορά του και στις πιο μακάβριες λεπτομέρειες των εγκλημάτων.

Μέσα σε αυτή τη δημοσιότητα, τα ίδια τα θύματα κινδύνευσαν να περάσουν σε δεύτερο πλάνο.

Ο Δημήτρης, η Μαρία, η Έμμυ, ο Βασίλης και η Ερμιόνη δεν ήταν απλώς τα πέντε ονόματα μιας ποινικής δικογραφίας.

Ήταν πέντε άνθρωποι με τη δική τους ζωή, την οποία διέκοψε βίαια ένα μέλος της ίδιας τους της οικογένειας.

Τριάντα χρόνια αργότερα, η σημαντικότερη υπενθύμιση της υπόθεσης δεν βρίσκεται στα σκοτεινά προσωνύμια που απέκτησε ο δράστης, αλλά στην ανάγκη να διαχωρίζονται τα πραγματικά περιστατικά από τις εικασίες, οι ψυχιατρικές εκτιμήσεις από τους κοινωνικούς μύθους και η ενημέρωση από το θέαμα.