article background image

Την Τετάρτη 1η Απριλίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα, κυκλοφορεί το νέο βιβλίο της Βαλερί Αγγέλου με τίτλο «Χάνεμ», ένα μυθιστόρημα που απαντά στο «γιατί» της ζωής. Γιατί αγαπάμε, γιατί αντιστεκόμαστε, γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται...

Η Βαλερί Αγγέλου γεννήθηκε στο Charleroi του Βελγίου και μεγάλωσε στη Ρόδο, έναν τόπο όπου, όπως η ίδια αναφέρει, η Ιστορία είναι ζωντανή σε κάθε γωνιά. Είναι απόφοιτος Ιατρικής του Universite Libre de Bruxelles, με μεταπτυχιακές σπουδές στη ρινολογία-ρινοχειρουργική, ενώ σήμερα διατηρεί ιατρείο στον Άλιμο και αρθρογραφεί σε διάφορα sites. Παράλληλα με την απαιτητική της καθημερινότητα ως γιατρός, η συγγραφή αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της. Μια εσωτερική διεργασία συνεχής και βαθιά προσωπική. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο αγοριών, ενώ από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορεί ήδη το μυθιστόρημά της «Μπουάνα».

Η σχέση της με τη γραφή πηγάζει από την ανάγκη να φωτίσει πτυχές της Ιστορίας που συχνά μένουν στο περιθώριο. Μεγαλώνοντας στη Ρόδο, συνειδητοποίησε ότι η νεότερη ιστορία του τόπου της απείχε από όσα διδάχθηκε στο σχολείο, γεγονός που αποτέλεσε αφετηρία για τη συγγραφική της πορεία. Για την ίδια, το ιστορικό μυθιστόρημα είναι μια απαιτητική διαδικασία που προϋποθέτει πειθαρχία, ενσυναίσθηση και βαθιά κατανόηση μιας άλλης εποχής. Ο συγγραφέας καλείται να σταθεί δίπλα στους ήρωές του, να αφουγκραστεί τις σκέψεις και τα βιώματά τους, χωρίς να τα κρίνει με σύγχρονα μέτρα.

Η συγγραφή, όπως την περιγράφει, είναι μια μάχη. Όχι με το χαρτί, αλλά με τον ίδιο τον εαυτό. Είναι η στιγμή που οι λέξεις, οι εικόνες και τα συναισθήματα βρίσκουν τη θέση τους, όταν καταλαγιάζει ο θόρυβος της καθημερινότητας. Μια διαδικασία που απαιτεί ειλικρίνεια, υπέρβαση και το θάρρος να κοιτάξει κανείς τις αλήθειες του χωρίς άμυνες. 

Στο νέο της βιβλίο «Χάνεμ», η συγγραφέας μάς μεταφέρει στην Αλεξάνδρεια του 1882. Η λέξη «χάνεμ», αλεξανδρινής προέλευσης, αποτελεί προσφώνηση σεβασμού, τρυφερότητας αλλά και υποταγής. Εναν τίτλο που ταυτόχρονα ορίζει και περιορίζει. Μέσα σ' ένα περιβάλλον πολιτικών εντάσεων, διπλωματικών παιχνιδιών και κοινωνικών διαχωρισμών, μια γυναίκα αρνείται ν' αποδεχτεί τον ρόλο που της έχει επιβληθεί.

«Χάνεμ» της Βαλερί Αγγέλου από τις εκδόσεις Διόπτρα

Καθώς ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από τους Βρετανούς μετατρέπει την πόλη σε σκηνικό χάους και καταστροφής, η έννοια της «χάνεμ» αποκτά νέο νόημα. Δεν είναι πλέον απλώς ένας τίτλος, αλλά μια ταυτότητα που διαμορφώνεται μέσα από τη σύγκρουση, τον έρωτα και την αντίσταση. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας πλέκεται ανάμεσα σε δίκτυα κατασκοπείας και ιστορικές αναταράξεις, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο αφήγημα. Το «Χάνεμ» είναι ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει ψυχολογικό και ιστορικό δράμα, κατασκοπεία και ίντριγκα. Μιλάει για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον έρωτα και τη συνείδηση, ανάμεσα στην επιθυμία και τις αδιαπραγμάτευτες αρχές. 

Αποκλειστικό απόσπασμα από το βιβλίο «Χάνεμ»

Είχε μόλις δύσει ο ήλιος, την επόμενη μέρα, όταν έφτασε η χαντούρα τους στην οδό Κλεοπάτρας, έξω από το εντυπωσιακό σπίτι του Θεόδωρου Ράλλη, στην ευρωπαϊκή συνοικία. Σε όλη τη διαδρομή η Σμαραγδή κοιτούσε επιδεικτικά έξω από το παράθυρο, αρνούμενη να συμμετέχει στο φλύαρο κατσάδιασμα της θείας της, που κρατούσε δυστυχώς αμείωτο από το προηγούμενο βράδυ. Είχε μόλις καταφέρει να μπει στο σπίτι, ξημερώματα σχεδόν, φορώ-ντας ακόμη την γκαλεμπάγια, όταν βρήκε τη θεία της στο σαλόνι, τυλιγμένη με το αγαπημένο της κεντητό σάλι, τα μάτια κατακόκκινα απ’ την αγρυπνία. Αφού την αγκάλιασε πρώτα, της άστραψε ένα χαστούκι, όλο δικό της, αστράκια κάναν τα μάτια της. Είδε και έπαθε να την πείσει ότι είχε βγει απλά μια βόλτα να χαζέψει το λιμάνι. Όχι ότι την έπεισε τελικά. Το γνωστό τροπάρι του γάμου επανήλθε δριμύτερο, και η άτακτη υποχώρηση διά της άνευ όρων παρουσίας της στα δρώμενα της ελληνικής παροικίας ήταν η μόνη επιλογή. Της φαινόταν αδιανόητο να πρέπει να συμμετέχει σε όλες αυτές τις κοσμικές συναντήσεις, σαν το παγόνι στο παζάρι, μπας και γυαλίσει το μάτι κανενός πολύφερνου γαμπρού, αλλά ας όψεται. Μετά τα χθεσινά, δεν είχε και πολλές επιλογές.

«Ευτυχώς που κατάφερα να σε καλύψω στον θείο σου, είπα ότι είχες πονοκέφαλο και ότι είχες ξαπλώσει από νωρίς! Αλίμονό σου αν ξαναγίνει, να ξέρεις, δεν θα του ξαναπώ ψέματα!»

Καθώς τη βοήθησε ο αραμπατζής να κατέβει το σιδερένιο υποπόδιο της άμαξας, το βλέμμα της στάθηκε στο επιβλητικό νεοκλασικό αρχοντικό, με τα συμμετρικά παράθυρα και τα γείσα σε κορινθιακή τεχνοτροπία. Οι ψηλές γαλλικές μπαλκονόπορτες, στολισμένες με περίτεχνα σφυρήλατα κάγκελα, έδιναν το στίγμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού που είχε ποτίσει την πόλη τα τελευταία χρόνια. Στην εντυπωσιακή μαρμάρινη σκάλα της εισόδου, με το χαλκοστολισμένο κιγκλίδωμα, συνάντησαν τον κ. Μπενάκη και τη σύζυγό του Βιργινία, μόλις είχαν καταφτάσει και εκείνοι.

Μπαίνοντας στο ευρύχωρο σαλόνι, τα παπούτσια της βυθίστηκαν στο παχύ μάλλινο χαλί που είχαν υφάνει κάποια επιδέξια χέρια της μακρινής Ανατολής. Την ψηλοτάβανη αίθουσα στόλιζαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, που μοίραζαν παιχνιδιάρικα το φως στα βαριά έπιπλα από μαόνι. Βαριές βελούδινες κουρτίνες στόλιζαν με χάρη τα βιτρό παράθυρα. Οι περισσότεροι καλεσμένοι είχαν ήδη καταφθάσει, όλη η αφρόκρεμα της ελληνικής παροικίας, βασικός κορμός της νεοσύστατης αστικής τάξης της Αιγύπτου· αναπαύονταν στις πολυθρόνες λουί κενζ με την εντυπωσιακή πλάτη, απολαμβάνοντας την ανοιξιάτικη αύρα με ένα μπράντι στο χέρι. Στη μία πλευρά, μπορούσε να διακρίνει τον Γεώργιο Αβέρωφ, εύπορο επιχειρηματία και διακεκριμένο μέλος της ελληνικής κοινότητας. Δίπλα του, ο γιος του Στέφανου Ζιζίνια ο Μένανδρος, καθώς επίσης και ο οικοδεσπότης τους, ο Θεόδωρος Ράλλης. Αυτοί ήταν το παλιό χρήμα της Αλεξάνδρειας του αλύτρωτου ελληνισμού, η αναδυόμενη αστική τάξη που είχε χτίσει τις περιουσίες της χάρη στην άψογη συνεργασία με τον Μοχάμεντ Αλί. Έξω από τα στενά γεωγραφικά όρια του τότε νεοσύστατου Ελληνικού Βασιλείου, ήταν οι Έλληνες που κατασκεύασαν σχολεία, νοσοκομεία, τον μεγάλο «εθνικό ναό» του Ευαγγελισμού.

Ο πόλεμος του χωρισμού στην Αμερική** σε συνδυασμό με τη σταδιακή εκβιομηχάνιση των βαμβακοφυτειών είχαν χαρίσει μια μοναδική ευκαιρία στον ελληνικό παροικιακό πληθυσμό της Αιγύπτου να ανθίσει. Οι περισσότεροι, μάλι-στα, είχαν παρασημοφορηθεί από τον χεδίβη με το Μετζιδιέ τρίτης τάξεως, μια τιμητική αναγνώριση της συμβολής της ελληνικής παροικίας στην ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Παρ’ όλα αυτά, ήταν βαθιά αγγλοσκεπτικιστές, με ερείσματα στη Ρωσική Αυτοκρατορία, και έβλεπαν με μεγάλη επιφυλακτικότητα την απροσχημάτιστη παρεμβατικότητα της Αγγλίας στα τεκταινόμενα της Αιγύπτου τα τελευταία χρόνια.

Από την άλλη, ήταν οι εμποροτραπεζίτες ή, αλλιώς, οι δευτεροκλασάτοι, όπως είχε ακούσει να τους χαρακτηρίζουν πίσω από την πλάτη τους. Ο Εμμανουήλ Μπενάκης, ο Χωρέμης και ο Σαλβάγος ήταν η γενιά των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας που είχε κάνει περιουσία επωφελούμενη της οικονομικής αστάθειας, σε αγαστή συνεργασία με τους Εγγλέζους. Οι περισσότεροι δραστηριοποιούνταν στην οδό Λομπάρντ, κοντά στην πλατεία Προξένων. Έτσι την είπαν στην αρχή κοροϊδευτικά, όπως τη Λόμπαρντ στριτ του Σίτι, αλλά της έμεινε τελικά. Δίπλα τους και ο θείος της, σαν φτωχός συγγενής, είχε έρθει νωρίτερα, κατευθείαν από το γραφείο. Υπό κανονικές συνθήκες, ήξερε πολύ καλά ότι όλοι αυτοί δεν θα ήθελαν να μοιράζονται ούτε τον ίδιο αέρα, όχι να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους… Ας όψεται ο Αβέρωφ. Είχε μια μοναδική ικανότητα να δαμάζει τα πάθη γύρω του. Και είχε μάθει ότι απόψε η βραδιά ήταν αφιερωμένη σε εκείνον.

Καθώς τακτοποιούσε το πανωφόρι της, μια βιαστική φελάχα, κουβαλώντας ξέχειλους τους δίσκους με τα φαγητά, παραλίγο να πέσει πάνω της. Το τρομαγμένο της βλέμμα ήταν πιο εκκωφαντικό από την ταραγμένη συγνώμη που ψιθύρισε. Η τραπεζαρία θύμιζε μελίσσι την άνοιξη. Τα δαντελωτά τραπεζομάντιλα είχαν στρωθεί, το πορσελάνινο σερβίτσιο Σεβρ αντανακλούσε το φως των κεριών, και η μεσόκοπη οικονόμος του σπιτιού μοίραζε κοφτές εντολές στις δυο υπηρέτριες, με απαράμιλλη μαεστρία.

* Έτσι αποκαλούσαν τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο (1861-1865).

«Μόλις κάθισαν όλοι στην τραπεζαρία, ο Ράλλης έμεινε όρθιος και, καθαρίζοντας διακριτικά τον λαιμό του, σήκωσε το γεμάτο ποτήρι του. Κύριες και κύριοι, καλησπέρα σας! Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω κατ’ αρχάς που μας τιμήσατε με την παρουσία σας απόψε. Ελπίζω να έχετε έρθει με όρεξη, η αγαπητή σε όλους μας Μαρία έχει φροντίσει απόψε να ικανοποιήσει και τον πιο εκλεπτυσμένο ουρανίσκο». Ηχηρές επιδοκιμασίες και κάποια σκόρπια χειροκροτήματα έβαψαν πορφυρά τα μάγουλα της Μαρίας που εκείνη τη στιγμή τακτοποιούσε τις τελευταίες λεπτομέρειες στην ευρύχωρη τραπεζαρία. Ήταν πολλά χρόνια στη δούλεψη των Ράλληδων. Η μητέρα της ήταν από τον Μωριά και είχε βρεθεί στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου λίγο μετά τη μάχη του Ναυαρίνου. Τότε είχε την τύχη να γνωρίσει την Ελένη Τοσίτσα, τη σύζυγο του μεγάλου εθνικού ευεργέτη, η οποία σε αγαστή συνεργασία με τον Μοχάμεντ Αλί διαπραγματεύτηκε την εξαγορά και απελευθέρωσή της. Χιλιάδες Ρωμιοί είχαν καταλήξει στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου τα προηγούμενα χρόνια. Εκεί-νη ήταν από τις τυχερές, δεν χάθηκε στα χαρέμια της Ανατολής. Έκτοτε, με ένα αίσθημα περισσότερο ευγνωμοσύνης παρά καθήκοντος, οι γυναίκες της οικογένειας διατηρούσαν την παράδοση να υπηρετούν στα μεγάλα σπίτια των Αλεξανδρινών. Η Μαρία, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, όπως και η μητέρα της εξάλλου, είχε μάθει να φροντίζει για τα πάντα μέσα στην οικία. Μόλις κόπασε η φασαρία, ο Ράλλης ξαναπήρε τον λόγο.

«Κατά δεύτερο, η σημερινή μάζωξη σκοπό έχει να τιμήσουμε τον ενάρετο συμπολίτη μας, τον γενναιόδωρο ευεργέτη μας και ακούραστο υπερασπιστή της πατρίδας μας, τον Γεώργιο Αβέρωφ. Η ανιδιοτελής προσφορά του στην κοινότητά μας για άλλη μια φορά δεν μας αφήνει ασυγκίνητους. Αγαπητέ Γεώργιε, όλα αυτά τα χρόνια υπήρξες στήριγμα στους κουτσούς, έγινες τα μάτια για τους τυφλούς και ο πατέρας όλων των κατατρεγμένων. Όλοι οι Έλληνες εδώ αλλά και σε κάθε γωνία της Γης αναγνωρίζουν στο πρόσωπό σου την τεράστια προσφορά στο έθνος. Αγαπημένε μου φίλε, ο Θεός να σ’ έχει πάντα καλά και να καθοδηγεί τα βήματά σου. Η πατρίς ευγνωμονούσα!»

Οι παρευρισκόμενοι άρχισαν να χτυπούν ρυθμικά τα κρυστάλλινα ποτήρια – γνώριμη επίκληση προς τον τιμώμενο καλεσμένο τους να πάρει τον λόγο. Ο Αβέρωφ σηκώθηκε αρχοντικά από την καρέκλα του και, κατευνάζοντας την ομήγυρη, χαμογέλασε κάτω από το σταχτί του μουστάκι.

«Αγαπημένοι μου φίλοι, αγαπητές μου κύριες. Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον οικοδεσπότη μας, καθώς και όλους εσάς για την τιμή που μου κάνετε απόψε. Γνωρίζω πολύ καλά ότι μέλημα όλων των παρευρισκόμενων είναι να στηρίξουμε την αγαπημένη μας πατρίδα, ο καθένας με τις δυνάμεις του. Ύψιστο καθήκον όλων μας είναι να παραμένουμε ενωμένοι, έτσι ώστε να υπηρετήσουμε τον σκοπό αυτό με ευλάβεια και προσήλωση. Οι καιροί είναι πονηροί, αγαπημένοι μου φίλοι. Ό,τι και αν μας επιφυλάσσει το μέλλον, ας κρατάμε πάντα πυξίδα στο μυαλό και στην καρδιά μας όσα μάς ενώνουν. Εις υγείαν, λοιπόν, της πατρίδας μας!» Τα ποτήρια σηκώθηκαν ξανά, μετά από έναν στιγμιαίο δισταγμό. Η προηγούμενη εορταστική διάθεση είχε άξαφνα λαβωθεί, και μια ύπουλη αμηχανία απλώθηκε στον χώρο. Ο Αβέρωφ δεν τους είχε συνηθίσει σε τόσο βαρύγδουπες δηλώσεις. Άνθρωπος χαμηλών τόνων, προτιμούσε ν’ αφήνει τις πράξεις του να μιλούν αντί για εκείνον. Με καταγωγή από το Μέτσοβο, αποφάσισε πριν από πολλά χρόνια ν’ αναζητήσει την τύχη του στην Αίγυπτο, αντί να γίνει δάσκαλος στην πατρίδα του. Τον πρώτο καιρό δούλεψε στο Κάιρο, δίπλα στον ετεροθαλή αδερφό του.