article background image

Αύριο, Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας, το νέο βιβλίο «Ενας λόγος να πιστεύω» της Rebecca Yarros. Η συγγραφέας έχει γράψει περισσότερα από δεκαπέντε μυθιστορήματα, με εξαιρετικές κριτικές των Publishers Weekly και Kirkus Best Book of the Year.

Είναι παντρεμένη εδώ και είκοσι χρόνια με στρατιωτικό των ΗΠΑ, είναι μητέρα έξι παιδιών και ζει στο Κολοράντο με την οικογένειά της, τα πεισματάρικα μπουλντόγκ της, δύο σκανταλιάρικα τσιντσιλά και μια γατούλα με το όνομα Άρτεμις. Όταν δεν γράφει, θα τη βρείτε σε κάποιο παγοδρόμιο του χόκεϊ ή να παίζει κιθάρα πίνοντας καφέ. Έχοντας υιοθετήσει τη μικρότερη κόρη τους, η συγγραφέας βοηθάει παιδιά σε θετές οικογένειες μέσα από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό της, One October, τον οποίο ίδρυσε με τον σύζυγό της το 2019. 

Ο ρόλος της οικογένειας

Το «Ενας λόγος να πιστεύω» της Rebecca Yarros είναι ενα σύγχρονο ρομαντικό μυθιστόρημα γεμάτο τρυφερότητα, χιούμορ και συναίσθημα, που μιλά για δεύτερες ευκαιρίες, ανιδιοτελή αγάπη και τον λόγο που όλοι χρειαζόμαστε… για να πιστεύουμε. Ιδανικό για αναγνώστες που αγαπούν τις συγκινητικές ιστορίες με happy ending και δυνατούς χαρακτήρες.

Το βιβλίο επικεντρώνεται σε μια ομάδα ανθρώπων που συνδέονται από μια κοινή τραγωδία. Όταν ήταν παιδιά, έχασαν τον έναν γονέα τους σε μια καταστροφική δασική πυρκαγιά χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Χρόνια αργότερα, ως ενήλικες πλέον, αρκετοί από αυτούς αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια νέα ομάδα πυροσβεστών, τη λεγόμενη Legacy Team. Τα μέλη της είναι τα παιδιά από τους γονείς όσων χάθηκαν, με εξαίρεση τον προϊστάμενό τους, τον μοναδικό επιζώντα της αρχικής ομάδας.

Κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας είναι ο Knox και η Harper, οι οποίοι έχασαν και οι δύο τους πατεράδες τους σε εκείνη τη φωτιά. Ο Knox ετοιμάζεται να ενταχθεί στη νέα ομάδα μαζί με τον Ryker, τον μεγαλύτερο αδελφό της Harper. Η Harper εργάζεται ως νηπιαγωγός και, όταν η μητέρα ενός μικρού μαθητή της δεν εμφανίζεται, αποκαλύπτεται μια βαθιά τραγική κατάσταση. Με τους μοναδικούς ανάδοχους γονείς της μικρής πόλης προσωρινά εκτός, η Harper προσφέρεται να φιλοξενήσει τον Liam και το βρέφος αδελφάκι του, James, αρνούμενη να επιτρέψει τον χωρισμό τους.

Λόγω ζημιών στο σπίτι της, η Harper μετακομίζει προσωρινά στο σπίτι του Knox, ο οποίος απουσιάζει σε αποστολή κατάσβεσης πυρκαγιών. Ωστόσο, εκείνος επιστρέφει νωρίτερα από το αναμενόμενο και η προσωρινή λύση εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο μόνιμο. Για να εξασφαλιστεί ένα σταθερό και «κατάλληλο» περιβάλλον για τα παιδιά, προτείνεται η Harper και ο Knox να παρουσιαστούν ως ζευγάρι, γεγονός που φέρνει στην επιφάνεια συναισθήματα που υπήρχαν εδώ και χρόνια.

Η σχέση των δύο χαρακτήρων σκοντάφτει κυρίως στην έντονη αντίθεση του Ryker, ο οποίος, φοβούμενος την επανάληψη της οικογενειακής τραγωδίας, προσπαθεί να ελέγξει τις επιλογές της αδελφής του. Παρ’ όλα αυτά, η Harper παρουσιάζεται ως μια δυναμική ηρωίδα που υπερασπίζεται τόσο τον εαυτό της όσο και τον Knox, αρνούμενη να υποχωρήσει σε πιέσεις.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο θέμα της αναδοχής, με έμφαση στις συναισθηματικές δυσκολίες των παιδιών και ειδικά του Liam, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί την απώλεια και την ευθύνη προς τον μικρότερο αδελφό του. Παράλληλα, το στοιχείο της πυρόσβεσης και η δημιουργία της νέας ομάδας αποδίδονται με λεπτομέρεια, αναδεικνύοντας τη συλλογικότητα, την εκπαίδευση και το κοινό τραύμα που μετατρέπεται σε δύναμη.

«Ενας λόγος να πιστεύω» από τις εκδόσεις Μίνωας

Αποκλειστικό απόσπασμα από το βιβλίο

Νοξ, επτά χρόνια νωρίτερα

Έσκυψα μέσα στο ψυγείο και άρπαξα δύο αναψυκτικά ιδιωτικής ετικέτας. Θα προτιμούσα αλκοόλ – η εβδομάδα των τελικών εξετάσεων ήταν σκέτος εφιάλτης, αλλά δεν υπήρχε καμία πιθανότητα η κυρία Άντερς να το ανεχόταν.

Ο Ράικερ; Σίγουρα. Ήταν είκοσι ενός.

Αλλά εγώ είχα ακόμα έξι μήνες μέχρι να κλείσω τα είκοσι ένα. Ήταν η αιώνια κατάρα μου που είχα πηδήξει τη δευτέρα δημοτικού – ήμουν στην ίδια τάξη με τους φίλους μου, αλλά πάντα έναν χρόνο μικρότερος.

«Ράι, μπορείς να μου δώσεις την μπουτονιέρα του Βικ;» ρώτησε μια απαλή, θηλυκή φωνή πίσω μου. Ο σφυγμός μου τινάχτηκε στη στιγμή.

Με μηχανικές κινήσεις, άρπαξα το διάφανο κουτάκι με το λευκό τριαντάφυλλο από το δεύτερο ράφι και ίσιωσα την πλάτη.

Γύρισα αργά, νιώθοντας την ανάσα της να διαπερνά κάθε νεύρο του κορμιού μου, κι έσφιξα τα δάχτυλά μου, που βαθούλωσαν το λεπτό πλαστικό κουτάκι

«Νοξ». Τα μάτια της άνοιξαν από την έκπληξη, και πρόφερε το όνομά μου με εκείνο το κοφτό λαχάνιασμα που ήταν πάντα σαν γροθιά στο στομάχι.

«Χάρπερ» απάντησα, καταφέρνοντας κάπως να αρθρώσω τη λέξη χωρίς να καταπιώ τη γλώσσα μου.

«Δεν… δεν ήξερα ότι ήσουν εδώ». Τα μακριά ξανθά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν απαλό κότσο και το μακρύ, στράπλες φουστάνι της –το ίδιο γαλαζοπράσινο με τα μάτια της– αγκάλιαζε κάθε καμπύλη της.

Η Χάρπερ δεν ήταν πια το μικρό κορίτσι που κάποτε μας ακολουθούσε στον πυροσβεστικό σταθμό. Ήταν δεκαοκτώ πια. Μια ολοκληρωμένη γυναίκα καθ’ οδόν για τον χορό αποφοίτησης.

Ήταν επίσης η μικρή αδερφή του κολλητού μου.

Μικρή αδερφή. Έτσι έπρεπε να τη βλέπω, δεδομένου ότι είχα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της εφηβείας μου μέσα σ’ αυτό το σπίτι, αλλά οι σκέψεις μου μόνο αδερφικές δεν ήταν καθώς παρατηρούσα το στήθος της που φούσκωνε με κάθε ανάσα. Τα χείλη της ήταν σαρκώδη και γυαλιστερά, το δέρμα της αλαβάστρινο και οι βλεφαρίδες της μακριές σαν βεντάλιες. Ανέκαθεν ήταν όμορφη, αλλά τον τελευταίο χρόνο είχε γίνει εκθαμβωτική. Πραγματικά εκθαμβωτική.

Κι εγώ την κοιτούσα σαν χάννος.

Μίλα.

«Μόλις σήμερα γύρισα. Ήρθα με τον Ράικερ». Άφησα την μπουτονιέρα και τα αναψυκτικά στον πάγκο κι έγειρα πάνω του, ρουφώντας την εικόνα της.

Δεν ήμουν ανίδεος για την επιρροή που είχε πάνω μου. Το αντίθετο. Ήξερα πολύ καλά πόσο με επηρέαζε. Αλλά είχα κρατήσει τα χέρια μου μακριά της για τρεις λόγους. Ο πρώτος ήταν πως δεν μπορούσα να τα βάλω με τον Ράικερ – αυτός και ο άλλος κολλητός μας, ο Μπας, ήταν η μόνη οικογένεια που μου είχε απομείνει πέρα από τη γιαγιά μου. Ο δεύτερος; Είχα ένα μεγάλο παρελθόν σ’ αυτή την πόλη που αποδείκνυε ότι δεν ήμουν ούτε στο ελάχιστο κατάλληλος για κάτι άλλο πέρα από φίλος της. Ο τρίτος; Είχα κάθε πρόθεση να γίνω δασοπυροσβέστης όπως οι πατεράδες μας –όπως ήταν ήδη ο Μπας– και η Χάρπερ δεν ήθελε καμία σχέση με αυτή τη ζωή.

Και δεν την κατηγορούσα. Είχαν περάσει μόλις τέσσερα χρόνια από τότε που η πυρκαγιά στο όρος Λέγκασι είχε κάνει στάχτη την πόλη μας – και τους πατεράδες μας.

«Ωραία». Μου χαμογέλασε αμήχανα και κούνησε το κεφάλι της. «Δηλαδή, ήξερα ότι είχες γυρίσει, απλώς δεν ήξερα ότι ήσουν στο σπίτι μας». Κοκκίνισε λίγο. «Όχι ότι δεν θα έπρεπε να είσαι στο σπίτι μας. Φυσικά και θα έπρεπε. Πάντα σχεδόν εδώ έμενες και είσαι πάντα ευπρόσδεκτος, το ξέρεις αυτό. Έχεις και κλειδί. Απλώς δεν ήξερα ότι ήσουν… ξέρεις, εδώ». Τελείωσε τη φλυαρία της και έπλεξε τα δάχτυλα μπροστά της.

Θεέ μου, πόσο μου είχε λείψει. Δεν είχε νόημα να κρύψω το χαμόγελό μου. Πάντα λάτρευα τη φλυαρία της. Για όλους στη μικρή μας πόλη, το Λέγκασι του Κολοράντο, η Χάρπερ ήταν άνετη, γεμάτη αυτοπεποίθηση και δυναμική. Όμως, όταν ήμασταν οι δυο μας, την έπιανε αμηχανία. Κι έπρεπε να παραδεχτώ ότι μου άρεσε που μπορούσα να ταράζω έτσι την όμορφη της πόλης μας. Τις περισσότερες φορές την πείραζα επίτηδες μόνο και μόνο για να τη βλέπω να αναστατώνεται. Ήταν δική μου με έναν τρόπο που δεν ήταν κανένας άλλος – δική μου να την αναστατώνω, να την εκνευρίζω, να την προστατεύω, ακόμα και να τη λατρεύω… αλλά ποτέ να την αγγίζω.

«Είσαι πανέμορφη».

«Ευχαριστώ». Πέρασε τα χέρια της πάνω από τη στολισμένη μέση του φουστανιού της και τα ακούμπησε στους γοφούς της. «Είναι η βραδιά του χορού».

«Το πρόσεξα»

Προχώρησε στην κουζίνα, απλώνοντας το χέρι της από δίπλα μου για να πιάσει το πλαστικό κουτάκι. Η Χάρπερ ήταν απίστευτα μικροκαμωμένη, τριάντα ολόκληρους πόντους πιο κοντή από το ένα και ενενήντα ύψος μου, κι ακόμα και με τακούνια, δέσποζα από πάνω της.

Κοίταξε το ρολόι του φούρνου και ξεροκατάπιε. «Κοντεύει η ώρα». Το χέρι της έτρεμε καθώς έβγαζε το ασημένιο λαστιχάκι από το κουτί και άνοιγε τα πλαστικά κουμπώματα

Κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ.

«Γιατί είσαι νευρική;» ρώτησα ήσυχα, ξέροντας ότι ο Ράικερ θα εμφανιζόταν από στιγμή σε στιγμή κι εκείνη θα έκλεινε σαν στρείδι.

Το βλέμμα της τινάχτηκε στο δικό μου κι εκείνα τα γαλαζοπράσινα μάτια με διαπέρασαν όπως καμιάς άλλης τα τρία χρόνια που ήμουν στο Μπόουλντερ. Όχι ότι δεν είχαν υπάρξει κορίτσια –πάντα υπήρχαν κορίτσια–, αλλά καμία δεν με επηρέαζε όπως η Χάρπερ, και αυτό με τάραζε. Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη…

Σταμάτα.

Το κουτάκι τής έπεσε από τα χέρια.

«Χάρπερ, γιατί είσαι νευρική;» επανέλαβα.

«Δεν είμαι» είπε ψέματα, αρπάζοντας την μπουτονιέρα από το πάτωμα πριν την πιάσω εγώ. Τα χέρια της εξακολουθούσαν να τρέμουν λίγο καθώς άφηνε το κουτάκι στον πάγκο, αλλά ίσιωσε τους ώμους της και σήκωσε το πιγούνι της, φορώντας ένα ψεύτικο χαμόγελο που με τσίτωσε.

«Χάρηκα που σε είδα, Νοξ».

Και, δίχως άλλη λέξη, έφυγε προς τον διάδρομο.

Άσ’ τη να φύγει.

Αλλά δεν μπορούσα. Προφανώς κάτι την απασχολούσε.

Ενάντια στην καλύτερη κρίση μου, την ακολούθησα στον διάδρομο και στάθηκα στην ανοιχτή πόρτα του κάτω μπάνιου καθώς εκείνη τσέκαρε ήδη το τέλειο μακιγιάζ της και κοιτούσε το περιεχόμενο της μικρής τσάντας της.

«Τι, Νοξ;» πέταξε απότομα, κοιτώντας με μέσα από τον καθρέφτη.

«Γιατί είσαι νευρική;» ρώτησα ξανά. «Κι αυτή τη φορά, θέλω την αλήθεια».

Ταραγμένη.

«Εκείνος ο τύπος φταίει;» Μπήκα στο μικρό μπάνιο κι εκείνη οπισθοχώρησε, κολλώντας με την πλάτη στην κρεμάστρα για τις πετσέτες. Τότε, έκλεισα την πόρτα και ακούμπησα πάνω της. «Είμαστε μόνο οι δυο μας, και σου υπόσχομαι ότι δεν θα πω τίποτα στον Ράικερ, αλλά, σε παρακαλώ, πες μου γιατί έτρεμαν τα χέρια σου πριν. Υποτίθεται πως στη βραδιά του χορού πρέπει να διασκεδάσεις»

Τα χείλη της έσμιξαν. «Όπως διασκέδασες εσύ με την Άντζι Κρόφορντ μετά;»

Τα ’χασα. «Πώς ήξερες…»

«Δεν είμαι ηλίθια, Νόξβιλ Ντάνιελς». Σταύρωσε τα χέρια κάτω από το στήθος της.

Και να λοιπόν – το όνομα με το οποίο κανείς άλλος δεν τολμούσε να με φωνάξει, αλλά η Χάρπερ το πετούσε λες και της ανήκε. Και, κατά κάποιον τρόπο, μάλλον της άνηκε.

«Εντάξει, λοιπόν, πέρασα… καλά με την Άντζι» παραδέχτηκα. Πολύ καλά, εφόσον είχαμε καταλήξει γυμνοί στην όχθη της λίμνης Χόκινς… «Μισό λεπτό. Νομίζεις ότι αυτός ο τύπος θα σε πιέσει για σεξ; Γιατί θα τον σκοτ–»

Το χέρι της κάλυψε το στόμα μου τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση.

«Σσς! Αν σ’ ακούσει ο Ράικερ, θα πεθάνω παρθένα».

Μισό λεπτό. Τι; Δεν θα είχα κανένα πρόβλημα μ’ αυτό.

Με αγριοκοίταξε. «Δεν αστειεύομαι. Μου πήρε αιώνες να βρω κάποιον που να μη φοβάται εσάς τους τρεις, και δεν θα σ’ αφήσω να μου το χαλάσεις». Κατέβασε αργά το χέρι της. «Δεν φτάνει που θα είναι εκεί ο Μπας με την Έμερσον, που σημαίνει ότι θα πρέπει να αποφεύγω την κολλητή μου όλο το βράδυ».

«Είσαι παρθένα;»

«Απ’ όσα είπα σ’ αυτό κόλλησες;»

«Ίσως». Ναι, διάολε, κόλλησα. Η Χάρπερ έλεγε μεγάλα λόγια, πείραζε συνέχεια την Έμερσον ότι έπρεπε να ορμήσει στον Μπας – ο οποίος βασικά δεν έβλεπε την ώρα να γίνει δεκαοκτώ. «Από τον τρόπο που μιλούσες, νόμιζα…»

Σήκωσε ένα φρύδι. «Ότι είχα εμπειρία;»

«Ότι ήσουν κυρίαρχη της σεξουαλικότητάς σου» διόρθωσα, ξέροντας πόσο γρήγορα μπορούσε να στρέψει αυτά τα λόγια εναντίον μου.

«Ω, είμαι. Έχω απόλυτο έλεγχο στο τι θέλω και πώς θα το αποκτήσω. Αλλά ο Ράικερ, ο Μπας και… εσύ» –κόλλησε ένα δάχτυλο στο στήθος μου– «τρομάξατε σχεδόν κάθε αγόρι του σχολείου πριν φύγετε για το πανεπιστήμιο. Εσείς οι τρεις είστε σαν λεγεώνα του θανάτου, οπότε δεν είχα και πολλές ευκαιρίες, και τώρα πηγαίνω στον χορό αποφοίτησης σαν παρθένα που δεν έχει καν φιληθεί, και με έναν τύπο που έχει πολύ περισσότερη εμπειρία, σύμφωνα με τα μισά κορίτσια της τάξης μας, οπότε ναι, ίσως αγχώνομαι λίγο ότι θα είμαι χάλια, και θα καταλάβει ότι είμαι…» Κούνησε το κεφάλι της.

«Παρθένα» επανέλαβα, αναρωτώμενος ποιον είχαμε ξεχάσει να τρομάξουμε. Εμείς οι τρεις είχαμε φροντίσει πολύ καλά γι’ αυτό σε ένα λύκειο με μόλις λίγες εκατοντάδες μαθητές. Μισό λεπτό… είπε ότι δεν έχει φιληθεί;

«Γιατί λες συνέχεια αυτή τη λέξη;»

«Επειδή είσαι». Σήκωσα τους ώμους.

«Όχι για πολύ. Αυτό δεν είναι το όνειρο; Να το κάνεις τη βραδιά του χορού;»

Θα την είχα πιστέψει αν δεν είχε σκαλώσει η φωνή της και δεν έτρεμε ελαφρώς το χείλος της.

«Όχι για όλους. Υποτίθεται ότι πρέπει να περιμένεις μέχρι να είσαι ερωτευμένη. Αυτό είναι το όνειρο». Και ήταν αυτό που της άξιζε.

«Κι εσύ; Ήσουν ερωτευμένος με την Άντζι Κρόφορντ;» Ζήλια ήταν αυτό στη φωνή της;

«Όχι. Και δεν ήταν η πρώτη μου». Ούτε η δεύτερη.

Το στόμα της Χάρπερ άνοιξε για ένα δευτερόλεπτο από την έκπληξη προτού το κλείσει απότομα. «Πόσες έχουν υπάρξει; Την αγαπούσες την πρώτη σου;»

Αυτή η απλή ερώτηση με ξάφνιασε. «Όχι» απάντησα ειλικρινά. «Δεν έχω ερωτευτεί ποτέ». Δεν ήμουν ικανός για κάτι τέτοιο. «Και οι αριθμοί μου δεν είναι κάτι που αξίζει να θαυμάζει κανείς».

Αν μη τι άλλο, ήταν απόδειξη του πόσο αθεράπευτα κατεστραμμένος ήμουν – άλλαζα τα κορίτσια σαν τα πουκάμισα, ψάχνοντας πάντα κάτι που δεν μπορούσα να βρω, φεύγοντας πριν προλάβουν να φύγουν εκείνες.

Η στάση της μαλάκωσε. «Ε, τουλάχιστον δεν είσαι παρθένος που δεν έχει φιληθεί, σωστά;» Γέλασε λίγο. «Δεν ήσουν νευρικός τη βραδιά του χορού».

«Χάρπερ» ψιθύρισα, με το στομάχι μου δεμένο κόμπο, μισώντας καθετί που ένιωθε εκείνη τη στιγμή. «Θες αυτός ο τύπος να είναι ο πρώτος σου… σε όλα;» Αγνόησα τον πόνο στο στήθος μου που ούρλιαζε να το αρνηθεί.

Το βλέμμα της στράφηκε στον τοίχο καθώς σήκωσε ελαφρώς τους ώμους της.

«Δεν πρέπει να νιώθεις έτσι». Σήκωσα απαλά το πιγούνι της μέχρι να συναντηθούν τα μάτια μας. Παραήταν όμορφη για το καλό της. Πάρα πολύ έξυπνη, και καλή, και φλογερή, και τέλεια. Όποιος κι αν ήταν αυτός ο τύπος, δεν της άξιζε. Όχι ότι άξιζα εγώ. «Το φιλί… το σεξ, δεν είναι κάτι που κάνεις απλώς για να ξεμπερδεύεις. Είναι θέμα αμοιβαίας ανάγκης, πόθου, επιθυμίας. Είναι το να λαχταράς κάτι –κάποιον– τόσο πολύ, που να μην υπάρχει άλλη επιλογή παρά να τον αγγίξεις. Αν είσαι τυχερή, είναι θέμα αγάπης και ο τρόπος για να επικοινωνείς με το σώμα σου, όχι απλώς για να πάρεις. Αν είσαι τόσο αγχωμένη, τότε μη σπαταλήσεις κάτι τόσο πολύτιμο όσο το πρώτο σου φιλί –ή την πρώτη σου φορά– σε κάποιον που το μόνο του προσόν είναι ότι δεν φοβάται τον Μπας και τον Ράικερ».

«Ή εσένα» διόρθωσε.

Μια πρωτόγονη προστατευτικότητα που δεν είχα κανένα δικαίωμα να νιώθω με κυρίευσε. «Ναι, λοιπόν, θα έπρεπε να με φοβάται. Αν κάνει το παραμικρό που δεν θέλεις, θα τον καταστρέψω – ό,τι κι αν πουν ο Μπας και ο Ράικερ. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να με καλέσεις, και θα έρθω να τον τελειώσω».

Κανείς δεν θα την άγγιζε χωρίς την απόλυτη συναίνεσή της. Γαμώτο, δεν ήθελα να την αγγίξει κανείς, τελεία. Αλλά δεν ήταν στο χέρι μου. Δεν είχε σημασία που κάθε ένστικτο μέσα μου απαιτούσε ξαφνικά να διεκδικήσω τη μία γυναίκα που δεν μου επιτρεπόταν να θέλω.

«Δείξε μου» ψιθύρισε.

«Τον αριθμό μου;» ρώτησα, βάζοντας το χέρι στην πίσω τσέπη για το κινητό μου.

«Όχι. Δείξε μου… τον πόθο, την ανάγκη. Φίλησέ με».

Γαμώτο. Όλοι οι μύες του κορμιού μου σφίχτηκαν καθώς η προσοχή μου στράφηκε στα χείλη της. «Χάρπερ…

«Τι είναι ένα μικρό φιλί; Εσύ μάλλον έχεις δώσει χιλιάδες».

Ένα φιλί ήταν τα πάντα αν ήταν μαζί της.

Η λογική μου πάλεψε με τα ένστικτά μου, και ο εγωιστής μπάσταρδος μέσα μου νίκησε κάθε λογική σκέψη. Ήθελα αυτό το φιλί. Ήθελα να είμαι ο πρώτος που θα ένιωθε πόσο απαλά ήταν τα χείλη της, που θα άκουγε τους αναστεναγμούς της. Ήθελα να της δείξω πόσο υπέροχο μπορεί να είναι ένα φιλί, πως είναι μια ολοκληρωμένη πράξη από μόνο του. Ήθελα να είμαι αυτός με τον οποίο θα σύγκρινε κάθε άλλον άντρα μετά από αυτή τη στιγμή, και αυτό δεν ήταν σωστό.

«Σε παρακαλώ; Δεν θα το πω σε κανέναν» υποσχέθηκε.

«Απλώς… δείξε μου. Γιατί ξέρω ότι μπορείς, τι θα γίνει αν δεν το νιώσω ποτέ, και ό,τι κι αν γίνει απόψε… απλώς… Εμπιστεύομαι εσένα». Χαμογέλασε. «Είσαι ο Νοξ»

Ω, διάολε. Η επιθυμία μετατράπηκε σε ανάγκη που δεν μπορούσα να αρνηθώ, όχι έτσι που με κοιτούσε. Το αδύνατο έγινε αναπόφευκτο μέσα σε λιγότερο από έναν χτύπο της καρδιάς.

Δεν πρέπει.

«Χάρπερ…» Πήρα το πρόσωπό της στα χέρια μου, τα δάχτυλά μου χάιδεψαν απαλά τα ζυγωματικά της. «Δεν είναι καλή ιδέα…»

Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, αφήνοντας ένα φιλί στο στόμα μου. Ήταν δυνατό, με τα χείλη κλειστά, και τελείωσε πριν προλάβω να αντιδράσω. Τραβήχτηκε πίσω, με βλέμμα γεμάτο αβεβαιότητα και μάτια ορθάνοιχτα.

«Με φίλησες» είπα αργά. Μου είχε δώσει το πρώτο της φιλί. Σ’ εμένα. Όχι στον τύπο που ερχόταν να την πάρει. Όχι σε κάποιον στο σχολείο. Σ’ εμένα.

Δική μου.

«Ναι. Και τώρα, με έχουν φιλήσει». Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

«Όχι, δεν σε έχουν φιλήσει». Εντάξει, θα πήγαινα στην κόλαση, γιατί δεν μπορούσα να το σταματήσω αυτό. Εκείνο το πεταχτό φιλί ήταν απλώς η πρώτη νιφάδα που προειδοποιούσε για τη χιονοστιβάδα που ερχόταν. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να προετοιμαστώ, ελπίζοντας ότι θα επιζούσαμε και οι δύο. Έσκυψα αργά το κεφάλι μου προς το δικό της, δίνοντάς της όσο χρόνο χρειαζόταν για να απομακρυνθεί. «Όχι ακόμη».